Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α τάξης, στο πλαίσιο της ενότητας για τη λαϊκή αφήγηση στο μάθημα της Λογοτεχνίας, έγραψαν τα δικά τους παραμύθια. Οι μικροί μας παραμυθάδες συνεχίζουν το νήμα της λαϊκής αφήγησης εμπλουτίζοντάς το με νέες σκέψεις και προβληματισμούς, που ταιριάζουν στην ηλικία και τις ανάγκες τους!
Βασίλης Ανταβαλής (Α1)
Ένα ταξίδι στο ηλιακό μας σύστημα
Μια φορά και έναν καιρό σε μια πόλη της Αμερικής ζούσε ένα παιδί που το λέγαν Τζίμι και ήταν 16 χρονών.
Ο Τζίμι ασχολούνταν με την αστρονομία. Το αγαπημένο του χόμπι ήταν να διαβάζει σχετικά βιβλία και να παρακολουθεί διάφορα ντοκιμαντέρ.
Ένα βράδυ βγήκε μια βόλτα και είδε ξαφνικά κάτι να πέφτει από τον ουρανό. Το είδε να προσκρούει λίγα μέτρα πιο μακριά. Όταν το πλησίασε έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Αυτό που είχε δει ήταν ένα διαστημόπλοιο και μέσα ήταν ένας εξωγήινος, που όπως έμαθε αργότερα τον έλεγαν Robin. Ο Ρόμπιν άρχισε να μονολογεί:
- Γιατί να συμβεί αυτό σε μένα;
Ο Τζίμι ούτε μια στιγμή δεν δίστασε, πλησίασε και τον ρώτησε.
- Είσαι καλά μικρέ; Πώς σε λένε, πώς αισθάνεσαι;
-Είμαι ο Ρόμπιν και, κοίτα να δεις, μόλις χάλασε το διαστημόπλοιο μου!
- Ωχ, καημενούλη μου! Θέλεις να προσπαθήσουμε να το φτιάξουμε;
-Αν θέλω λέει! Ναι, σε παρακαλώ.
- Ας ξεκινήσουμε λοιπόν.
Πράγματι, αμέσως έπιασαν δουλειά, παιδεύτηκαν αρκετές ώρες αλλά στο τέλος τα κατάφεραν. Αφού δοκίμασαν ξανά και ξανά τις μηχανές και τα άλλα περίεργα εξαρτήματα, τελικά όλα λειτουργούσαν στο διαστημόπλοιο. Ο Ρόμπιν για να ευχαριστήσει τον Τζίμι του πρότεινε να πάνε ένα ταξίδι στο ηλιακό σύστημα.
Ο Τζίμι ενθουσιασμένος συμφώνησε. Ο Ρόμπιν του έδωσε μια παράξενη διαστημική σχολή στολή, έπειτα άναψε τους κινητήρες και είπε:
- Κρατήσου καλά και φύγαμε. Είσαι έτοιμος;
Σε κλάσματα δευτερολέπτου εκτοξεύτηκαν και σε λίγο πέρασαν τη στρατόσφαιρα. Ο Τζίμι εκστασιασμένος προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν.
Σε λίγο πέρασαν την εξώσφαιρα και βρέθηκαν έξω από το βαρυτικό πεδίο της γης.
Πολύ μακριά φαινόταν κάποιοι πλανήτες. Πρώτα επισκέφθηκαν τον Ερμή, μετά πήγαν στην Αφροδίτη και συνέχισαν στον Άρη. Στη συνέχεια φτάσαν και στο Δία. Ο Δίας άρχισε να τους τραβάει με την ισχυρή βαρυτική του έλξη αλλά τελικά και μετά από πολλούς ελιγμούς τού ξέφυγαν. Πήραν μια βαθιά ανάσα και βρέθηκαν στον Κρόνο. Και μετά στον πανέμορφο Ουρανό και, αν το πιστεύετε, βρέθηκαν και στον Ποσειδώνα! Μέχρι που φτάσανε στη Ζώνη του Κάιπερ, μια ζώνη που αποτελείται από τα υπολείμματα της δημιουργίας του ηλιακού μας συστήματος.
-Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν, φτάνουμε στον πλανήτη του Πλούτωνα, είπε ο Ρόμπιν.
Μετά τον Πλούτωνα βγήκαν από το ηλιακό σύστημα και δεν τους ξαναείδε ποτέ κανείς, τουλάχιστον μέχρι τώρα!
Σοφία Αναγνώστου (Α1)
Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μέρος μακρινό ζούσε μια όμορφη πριγκίπισσα.
Η πριγκίπισσα αυτή είχε ό,τι ήθελε. Όλων των ειδών τα πλούτη: Φορέματα, κοσμήματα, παπούτσια και ό,τι μπορείς να φανταστείς. Ήταν ευτυχισμένη στο κάστρο μαζί με τους γονείς της. Δεν της έλειπε τίποτα.
Μια μέρα όμως τους επισκέφτηκε ένας βασιλιάς από ένα μακρινό βασίλειο. Ήταν ξακουστός για τα πλούτη του αλλά και για το πόσο εγωιστής ήταν.
Το ίδιο βράδυ οι γονείς της πριγκίπισσας της είπαν:
- Κόρη μας, αυτός ο βασιλιάς θα γίνει άντρας σου. Αυτό είναι για το καλό του Βασιλείου.
Ακούγοντας τα λόγια τους η πριγκίπισσα πλάνταξε στο κλάμα. Δεν ήθελε να παντρευτεί κάποιον που δεν αγαπούσε. Έτρεξε στο δωμάτιό της, έβαλε 2-3 μέσα σε μια τσάντα και έφυγε βιαστικά από το παλάτι, χωρίς να την πάρουν χαμπάρι.
Άρχισε να τρέχει μέσα στα στενά της πόλης ώσπου λαχανιασμένη κάθισε κάτω για να πάρει μία ανάσα και όπως ήταν κουρασμένη την πήρε ο ύπνος.
Το επόμενο πρωί, όταν ξύπνησε, βρισκόταν σε ένα μικρό δωμάτιο που δεν αναγνώριζε.
Φοβισμένη σηκώθηκε για να φύγει, όταν ένα αγόρι με λιτά και φτωχικά ρούχα μπήκε στο δωμάτιο.
Το αγόρι της είπε
- Μην φοβάσαι, δεν θα σε πειράξω. Σε βρήκα το βράδυ να κοιμάσαι στα στενά, σε λυπήθηκα και σε πήρα στο σπίτι μου.
Η πριγκίπισσα έκπληκτη από την καλοσύνη του αγοριού και με δάκρυα στα μάτια, είπε:
- Είμαι η πριγκίπισσα του Βασιλείου και χθες το βράδυ το έσκασα από το παλάτι γιατί οι γονείς μου με πιέζουν να παντρευτώ κάποιον που δεν αγαπώ.
Το αγόρι την κοίταξε με συμπόνια και της είπε ότι σχεδιάζει να φύγει από την πόλη. Εκείνη τον παρακάλεσε να την πάρει μαζί του και το αγόρι δέχτηκε. Στο μεταξύ ο βασιλιάς είχε στείλει αξιωματικούς και ανθρώπους του παλατιού να ψάξουν και να την βρουν.
Οι δύο νέοι έμειναν μαζί για κάμποσο καιρό και ερωτεύτηκαν πολύ.
Έφτασε η μέρα όμως για το ταξίδι τους και τότε η πριγκίπισσα έγραψε ένα γράμμα στους γονείς της, που τους έλεγε:
- Αγαπητοί γονείς, σας γράφω εγώ η κόρη σας και θα ήθελα να σας πω ότι είμαι καλά και σας αγαπώ πολύ. Δεν θέλω όμως να παντρευτώ κάποιον που δεν αγαπώ, οπότε φεύγω για πάντα. Αντίο.
Η Πριγκίπισσα με δάκρυα στα μάτια έστειλε το γράμμα και ανέβηκε στο άλογο μαζί με το αγόρι με πορεία το …άγνωστο.
Ελισάβετ Μαραγκού (Α1)
Μία φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό Βασίλειο ζούσε μια πολύ βασιλοπούλα. Όλοι τη θαύμαζαν για την εξυπνάδα της και την συμβουλεύονταν συχνά. Μια μέρα αποφάσισε να καλέσει όλες τις βασιλοπούλες από τα γειτονικά βασίλεια για να πούνε τα νέα τους.
Πράγματι ήρθαν και καθώς συζητούσαν ρώτησε η μία την άλλη:
- Τα μάθατε; Τις προάλλες συνάντησα έναν κύριο λίγο έξω από το παλάτι. Μαντέψτε τι μου είπε! Ότι είχε μαγικές μέλισσες που φτιάχνουν χρυσό μέλι και ότι αυτό το μέλι είναι το νοστιμότερο του κόσμου. Είναι μόδα, λέει, όλες οι μεγάλες και τρανές βασιλοπούλες να έχουν τουλάχιστον ένα βάζο από αυτό το πανάκριβο μέλι.
- Τι σύμπτωση, και εγώ τον συνάντησα και πήρα τέσσερα βαζάκια με μέλι. Μου κόστισαν βέβαια τα μισά μου χρυσαφικά αλλά μια τόσο σπουδαία και όμορφη βασιλοπούλα όπως εγώ, θεώρησα ότι πρέπει να έχει χρυσό μέλι. Πρέπει!
- Και εγώ με την ίδια λογική πήρα δύο βαζάκια, είπε η τρίτη βασιλοπούλα.
- Κορίτσια, εγώ σας ξεπέρασα. Πήρα μία ολόκληρη κερήθρα, συμπλήρωσε μια άλλη βασιλοπούλα.
Τελικά αποδείχθηκε πως όλες είχαν πάρει το «μαγικό» μέλι. Προσπάθησαν να πείσουν την έξυπνη βασιλοπούλα να αγοράσει έστω και ένα βαζάκι αλλά εκείνη, σαν λογικός άνθρωπος, αρνήθηκε να δώσει όλα της τα χρυσαφικά για λίγο μέλι από κάποιον, μάλιστα, που δεν γνώριζε καθόλου και δεν της επέτρεπε ούτε καν να το δοκιμάσει!
Μετά από μια εβδομάδα οι βασιλοπούλες ξανασυναντήθηκαν. Ήταν όλες στεναχωρημένες και έκλαιγαν.
Τι έγινε; Γιατί κλαίτε όλες σας; ρώτησε η έξυπνη βασιλοπούλα.
- Είχες δίκιο! Δεν έπρεπε έτσι απερίσκεπτα να αγοράσουμε εκείνο το μέλι.
- Γιατί;
-Ο άντρας που μας το πούλησε μάς είπε ψέματα! Μας είπε ότι έχει γεύση θεϊκή!
- Και δεν έχει;
- Όχι μόνο δεν έχει γεύση θεϊκή αλλά αντιθέτως έχει γεύση σαν γρασίδι! Είναι τόσο πικρό σαν να τρως χώμα, είπε μια βασιλοπούλα και πλάνταξε στο κλάμα.
- Εντάξει, δεν είναι τόσο τρομερό. Απλά μην το φάτε.
- Δεν καταλαβαίνεις; Το θέμα δεν είναι αν θα το φάμε ή όχι, αλλά ότι δώσαμε μια περιουσία για αυτό το απαίσιο μέλι και τώρα έχουμε μείνει με άδειες τσέπες και κάμποσα κιλά επικίνδυνα αηδιαστικό μέλι. Και επιπλέον αποδειχθήκαμε τόσο κουτές και απερίσκεπτες, αφού μας ξεγέλασε ο πρώτος τυχόντας!
Από τότε όλες οι βασιλοπούλες συμβουλεύονταν την έξυπνη βασιλοπούλα ήταν πιο προσεκτικές στις επιλογές τους.
Ελένη Κιοσσέ (Α1)
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Συναισθηματικούλα. Στη Συναισθηματικούλα δεν άρεσε να παίζει μόνη της αλλά με τα παιδιά της γειτονιάς. Είχε όμως ένα πρόβλημα. Ήταν μόνιμα ή θυμωμένη γιατί δεν γινόταν το δικό της ή λυπημένη και έκλαιγε, τις περισσότερες φορές χωρίς λόγο.
Ακόμη και οι γονείς της ήταν δύσκολο να καταλάβουν πώς ένιωθε και γιατί. Στο σπίτι επαναλαμβανόταν το ίδιο. Άλλοτε έκλαιγε με λυγμούς κι άλλοτε καθόταν σιωπηλή κάτω από το τραπέζι. Οι γονείς της την διαβεβαίωναν, φυσικά, πόσο πολύ την αγαπούσαν και της εξηγούσαν ότι να βάζει τις φωνές και τα κλάματα δεν οδηγεί πουθενά. Εκείνη όμως δεν τους άκουγε.
Μια μέρα είδε από το παράθυρο του σπιτιού της έναν ζωγράφο. Άρχισε να τον παρατηρεί. Κατέβηκε και άρχισαν να μιλάνε. Σε λίγες μέρες έγιναν φίλοι.
- Θέλεις να έρθεις σπίτι μου να δεις τα έργα μου; την ρώτησε ο ζωγράφος.
- Φυσικά και θέλω, απάντησε εκείνη ενθουσιασμένη.
Καθώς μιλούσαν τον ρώτησε:
- Πώς διαλέγεις τι θα ζωγραφίσεις;
- Ανάλογα με τα συναισθήματά μου. Όταν είμαι χαρούμενος διαλέγω ζωηρά χρώματα και ζωγραφίζω φωτεινά τοπία. Αν είμαι στεναχωρημένος διαλέγω σκούρα χρώματα κι αν είμαι μελαγχολικός ζωγραφίζω θάλασσες. Εσύ για παράδειγμα τι αισθάνεσαι τώρα;
Η Συναισθηματικούλα βούρκωσε και είπε:
-Ε… Δεν ξέρω. Αισθάνομαι ότι δεν είμαι λυπημένη ούτε θυμωμένη. Δεν ξέρω όμως πώς αισθάνομαι. Υπάρχουν κι άλλα συναισθήματα εκτός από αυτά τα δύο;
Ο ζωγράφος την κοίταξε έκπληκτος.
- Ω,, μα και βέβαια, μικρή μου! Χιλιάδες συναισθήματα έχουμε μέσα μας. Η ζωή μας είναι πολύχρωμη, με φωτεινά και σκοτεινά χρώματα! Ας αρχίσουμε λοιπόν. Προσπάθησε να θυμηθείς πότε ήσουν πολύ χαρούμενη τελευταία φορά;
- Στα γενέθλιά μου όταν μου χάρισαν το ποδήλατο που ήθελα, απάντησε χαμογελαστή.
Ο ζωγράφος απάντησε όλο χαρά!
- Ωραία, να λοιπόν το πρώτο σου χρώμα, το χρώμα της Χαράς!
Για θυμήσου τώρα, πότε λυπήθηκες πιο πολύ;
Το χαμόγελο της Συναισθηματικούλα έσβησε.
- Όταν χάσαμε το σκύλο μας τον Ρεξ, είπε με χαμηλόφωνα.
Ο ζωγράφος συνέχισε.
- Να ένα ακόμα βασικό χρώμα. Το χρώμα της Λύπης!
Η ώρα περνούσε χωρίς να το καταλάβουν. Ανέλυσαν όλα τα συναισθήματα. Όταν πια βράδιασε η Συναισθηματικούλα γύρισε σπίτι. Η μητέρα όλο νεύρα της είπε:
- Θα μπορούσες να μας ειδοποιήσεις ότι θα αργήσεις. Ανησύχησα πολύ για σένα! Και ενώ περίμενε η κόρη της να βάλει τα κλάματα και τις φωνές, η Συναισθηματικούλα ήρεμη είπε:
- Μαμά, δεν είναι ανάγκη να φωνάζεις τόσο! Ξέρω ότι θύμωσες, αλλά δεν μου αρέσουν οι φωνές πια.
Η μαμά της την κοίταξε άφωνη και η Συναισθηματικούλα συνέχισε γεμάτοι σιγουριά
- Όταν έβαζα τις φωνές ή τα κλάματα ήθελα να σου δείξω ότι δεν μου αρέσει να με μαλώνεις. Τώρα όμως μπορώ να στο πω. Έκλαιγα γιατί φοβόμουν ότι κάθε φορά που με μάλωνες δεν με αγαπούσες…
Πριν καλά-καλά η Συναισθηματικούλα τελειώσει τη φράση της, η μητέρα της έκανε μια μεγάλη αγκαλιά, τη μεγαλύτερη που την είχε πάρει ποτέ κανείς, και γεμίζοντας την με φιλιά της έδωσε να καταλάβει πόσο πολύ την αγαπάει.
Η Συναισθηματικούλα επιτέλους κατάλαβε ότι οι άνθρωποι έχουν πολλά και διαφορετικά συναισθήματα, άλλοτε Ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα. Όλα όμως χρειάζονται στη ζωή μας. Το θέμα είναι να τα εκφράζουμε χωρίς κλάματα και φωνές. Μόνο τότε οι άνθρωποι γύρω μας θα καταλάβουν πώς νιώθουμε και εμείς θα είμαστε ευτυχισμένοι!
Μυρτώ Καραγεωργάκη (Α1)
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας μανάβης που όμως δεν είχε πολλούς πελάτες. Παρ’ όλα αυτά ήταν πάντα πολύ χαρούμενος αν και δεν έβγαζε πολλά χρήματα. Είχε μια οικογένεια, τα παιδιά του, ένιωθε ευτυχισμένος.
Μια μέρα ένας από τους πελάτες του τον ρώτησε:
- Βρε καλέ μου άνθρωπε, αφού δεν βγάζεις πολλά χρήματα από το μανάβικο, γιατί είσαι πάντα τόσο χαρούμενος; Έχεις μήπως κάποια δεύτερη δουλειά κι έτσι δεν στενοχωριέσαι με τα οικονομικά σου;
Ο μανάβης του απάντησε:
- Δεν σε καταλαβαίνω, αγόρι μου. Τι με κάνει χαρούμενο; Μα έχω μια πανέμορφη οικογένεια. Τα χρήματα δεν είναι η ευτυχία! Ζω χαρούμενα απολαμβάνοντας τη ζωή μου με την οικογένειά μου, χωρίς πολλές ερμηνείες.
Ο πελάτης αυτός ήτανε συγγραφέας, κάτι που προφανώς ο μανάβης δεν ήξερε. Ο συγγραφέας εντυπωσιασμένος από την απάντηση του μανάβη, έγραψε ένα βιβλίο με την ιστορία του. Το βιβλίο τυπώθηκε και μοιράστηκαν μόνο 100 αντίτυπα. Περνώντας όμως ο καιρός και πηγαίνοντας κυριολεκτικά από χέρι σε χέρι, δεν άργησε να γίνει διάσημο. Ο μανάβης άρχισε να βγάζει περισσότερο περισσότερα χρήματα και συνέχιζε να είναι το ίδιο χαρούμενος όπως και πριν.
Αλίσια Τσερρίκου , Έλενα Τσαρσιταλίδου (Α4)
Η εξωτερική εμφάνιση δεν μετράει!
Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια πριγκίπισσα που σιχαινόταν την φτώχια και τους ζητιάνους. Κάποια μέρα ένας ζητιάνος πήγε στο παλάτι για να ζητήσει το χέρι της πριγκίπισσας. Όταν μπήκε μέσα στο παλάτι και είπε στην πριγκίπισσα ότι θέλει να την παντρευτεί, αυτή άρχισε να γελάει και να τον κοροϊδεύει.
- “Χα χα, ένας φτωχός σαν εσένα θέλει να παντρευτεί μία όμορφη και πλούσια πριγκίπισσα σαν εμένα; Δεν βλέπεις πως είσαι;”
Όμως, που να ήξερε η πριγκίπισσα ότι ο φτωχός ήταν ένας μεταμφιεσμένος πρίγκηπας, ο οποίος ήθελε να δει άμα η πριγκίπισσα τούς αποδεχόταν όλους τους ανθρώπους και είχε μια καλή και τίμια καρδιά.
Μετά από κάτι ημέρες όλοι έλεγαν ότι ένας πολύ πλούσιος και όμορφος βασιλιάς, που η πριγκίπισσα πάντα ήθελε για σύντροφό της, είχε παντρευτεί μια φτωχή κοπέλα. Το μοναδικό προσόν της κοπέλας ήταν η πολύ καλή καρδιά της. Αυτή η νεαρή γυναίκα αγάπησε τον φτωχό χωριάτη- όπως της συστήθηκε ο πρίγκηπας- που συνάντησε τυχαία σε κάποιο πανηγύρι του χωριού της για τον καλό χαρακτήρα του, αγνοώντας τα πλούτη του.
Όταν το έμαθε αυτό η πριγκίπισσα, θύμωσε και διέταξε να της φέρουν τον πρίγκηπα μπροστά της. Όταν είδε ότι ο πρίγκηπας είχε πάρει μαζί του και την φτωχιά κοπέλα που παντρεύτηκε, εξαγριώθηκε. Τον ρώτησε, λοιπόν πώς αγάπησε μια φτωχιά κοπέλα, αφού μπορούσε να πάρει μια πλούσια και όμορφη πριγκίπισσα σαν αυτήν. Τότε ο πρίγκηπας της αποκάλυψε ότι ο ζητιάνος που την επισκέφτηκε τις προάλλες ήταν αυτός ο ίδιος και ήθελε να διαπιστώσει αν η πριγκίπισσα ήταν καλόκαρδη και άξια για να γίνει σύζυγός του.
Τότε η πριγκίπισσα κατάλαβε ότι δεν πρέπει να κρίνουμε κανέναν από την εξωτερική του εμφάνιση. Μετάνιωσε πικρά για το λάθος της και άρχισε να βοηθάει τις φτωχικές οικογένειες.
Ελένη Σιβρίδη, (Α4)
Οι έξι τυφλοί και ο ελέφαντας (εμπνευσμένο από ινδικό παραμύθι)
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα χωριό της Αφρικής ζούσαν έξι σοφοί τυφλοί. Οι συγχωριανοί τους σέβονταν και τους βοηθούσαν. Επειδή ήταν τυφλοί και δεν μπορούσαν να δουν τον κόσμο με τα μάτια τους, χρησιμοποιούσαν όλες τις άλλες αισθήσεις τους και κυρίως τη φαντασία. Επίσης, χρησιμοποιούσαν τα μάτια των άλλων, γι’ αυτό άκουγαν προσεκτικά τις ιστορίες που τους έλεγαν. Άκουγαν και όσους είχαν ταξιδέψει σε μακρινές χώρες. Έτσι, μπορούσαν να γνωρίζουν τον κόσμο και τη ζωή έξω από τον τόπο τους.
Οι έξι σοφοί άκουγαν με ενδιαφέρον όλες τις ιστορίες, πιο πολύ όμως έδειχναν ενδιαφέρον σε όσες αναφέρονταν σε ελέφαντες και καθένας τους δημιούργησε στο νου του μια εικόνα γι’ αυτούς. Ο πρώτος τυφλός φανταζόταν τον ελέφαντα σαν έναν τεράστιο τοίχο, ο δεύτερος τον φανταζόταν σαν έναν τεράστιο κορμό δέντρου, ο τρίτος πίστευε ότι μοιάζει με μεγάλο φίδι, ο τέταρτος με ιπτάμενο χαλί, ο πέμπτος τυφλός με χοντρό σχοινί, και ο έκτος με ακόντιο!
Μία μέρα οι συγχωριανοί εξημέρωσαν έναν ελέφαντα και τον άφησαν στην πλατεία και με το που το είπαν στους τυφλούς, αυτοί χάρηκαν πάρα πολλοί και όταν οδηγήθηκαν στην πλατεία, πλησίασαν τον ελέφαντα με την βοήθεια των γύρω τους και άρχιζαν να τον αγγίζουν.
Ο πρώτος ψηλάφισε την πλαϊνή πλευρά αυτού του τεράστιου ζώου.
«Ο ελέφαντας είναι ένας πολύ ψηλός τοίχος με σκληρή επιφάνεια!», δήλωσε.
Ο δεύτερος άντρας άγγιξε τα πόδια του ελέφαντα.
«Είναι όπως τον φανταζόμουν, ένας τεράστιος κορμός δέντρου!», αναφώνησε.
Ο τρίτος έπιασε την ουρά του.
«Ο ελέφαντας είναι ένα τεράστιο σχοινί», είπε.
Ο τέταρτος τυφλός άντρας έπιασε το τεράστιο αυτί του ελέφαντα.
«Πιστεύω ότι ο ελέφαντας είναι ένα μαγικό χαλί που μπορεί να πετάξει πάνω από τα βουνά και τα δάση!», δήλωσε ικανοποιημένος.
Ο πέμπτος, που έπιασε την προβοσκίδα, δήλωσε ότι ο ελέφαντας είναι ένα μεγάλο φίδι.
Ο έκτος, που κατά σύμπτωση έπιασε έναν χαυλιόδοντα, απέρριψε όλα όσα είπαν οι προηγούμενοι και υποστήριξε ότι όλοι έκαναν λάθος και ότι στην πραγματικότητα ο ελέφαντας είναι ένα ακόντιο!
Ο μαχαραγιάς, που δεν έβγαζε άκρη με όσα άκουγε από τους σοφούς, άκουσε εκείνη τη στιγμή ένα παιδάκι να λέει:
«Την αλήθεια θα τη βρεις, αν τη θέση σου αλλάξεις!».
Το άκουσαν αυτό και οι έξι τυφλοί και αποφάσισαν να αλλάξουν θέσεις και να ψηλαφίσουν ξανά τον ελέφαντα. Και τότε άρχισαν να μην είναι τόσο σίγουροι και να προβληματίζονται, ώσπου κατάλαβαν ότι: «Καθένας μας είχε ακουμπήσει μόνο ένα μέρος του ζώου και είδε αυτό που ήθελε να δει», είπε ο ένας. «Καθένας αναγνώρισε αυτό που σκεφτόταν από πριν», είπε ο άλλος. «Για να μάθουμε ποια είναι η αλήθεια, θα πρέπει να συνδέσουμε όλα τα κομμάτια», είπε ο τρίτος, κι έτσι συνέχισαν να συζητάνε στον δρόμο μέχρι το σπίτι.
Οι συγχωριανοί χαμογέλασαν ευχαριστημένοι, γιατί αναγνώρισαν, για άλλη μια φορά, πόσο σοφοί ήταν οι 6 τυφλοί, οι οποίοι συνειδητοποίησαν ότι για να προσεγγίσουν την αλήθεια για τον ελέφαντα έπρεπε να δουν τόσο με τα δικά τους μάτια όσο και με τα μάτια των άλλων.





