Ένα αυτοκίνητο προχωρούσε στον πλατύ δρόμο. Μέσα υπήρχαν 3 άτομα: ο μπαμπάς, η μαμά και φυσικά το παιδί συζητώντας μέσα για το καινούργιο σπίτι τους. -Πότε φτάνουμε; αναφώνησε το παιδί ονόματι Τζον.
-Λοιπόν είσαι πολύ τυχερός γιατί μόλις φτάσαμε! του είπε χαρούμενη η μαμά του.
Όλοι βγήκαν έξω από το αμάξι μέσα στη μαύρη νύχτα.
Το σπίτι τελικά δεν ήταν έτσι όπως το περίμενε ο Τζον. Ήταν μικρό με μόνο 2 παράθυρα, το χρώμα του ήταν ξεχωρισμένο της για να περάσεις μέσα από την πόρτα του σπιτιού έπρεπε να σκύψεις.
-Εντάξει, δεν είναι και τόσο άσχημο, είπε ο μπαμπάς του Τζον.
Τότε όλοι μαζί μπήκαν μέσα (σκύβοντας φυσικά για να μην χτυπήσουν το κεφάλια τους στην πόρτα).
Το εσωτερικό μέρος ήταν υπερβολικά μικρό με μόνο δύο δωμάτια: την κρεβατοκάμαρα και ένα παραπανίσιο δωμάτιο το οποίο θα γινόταν του Τζον. Επίσης υπήρχε ένα πολύ στενό σημείο το οποίο ήταν η κουζίνα και στο σαλόνι υπήρχε ένας σκισμένος καναπές.
Έτσι άφησαν τα πράγματά τους και μετά από λίγη ώρα προετοιμασίας στο κρεβατιών παράγγειλαν να φάνε. Αυτό έφτιαξε λίγο την διάθεση του Τζον.
Αργότερα έφτασε η ώρα για ύπνο και ο Τζον ξάπλωσε στο νέο του κρεβάτι αν και δεν τον βόλεψε και τόσο.
- Καληνύχτα πουλάκι μου, του είπε η μαμά του, αύριο έχουμε πολύ δουλειά.
- Καληνύχτα μαμά, είπε ο Τζον και μαμά του έκλεισε τα φώτα παρατηρώντας εκείνη την στιγμή πώς το δωμάτιό του είχε 13 ντουλάπες. Παραξενεύτηκε όμως δεν έδωσε και πολύ σημασία.
ΓΝΤΟΥΠ! Ακούστηκε ξαφνικά και ο Τζον ξύπνησε. Οι γονείς του κοιμόντουσαν όποτε σίγουρα δεν το έκαναν εκείνοι. Τότε το ξανάκουσε. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και κατάλαβε οτι τον θόρυβο τον έκανε η μία από τις ντουλάπες. Εκείνη τη στιγμή όλες οι ντουλάπες άρχισαν να χτυπούν, άρχισαν να ενώνονται και να δημιουργούν μία τεράστια πύλη η οποία έκανε τα πάντα να αιωρούνται, το ίδιο και τον Τζον.
- Τι συμβαίνει; αναφώνησε ο Τζον.
Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή τα πάντα έπεσα στο πάτωμα και η πύλη έκλεισε.
Ο Τζον πέφτοντας κάτω παρατήρησε μία σιλουέτα μπροστά του να τον πλησιάζει. Πανικόβλητος άρπαξε ένα βιβλίο για προστασία και ούρλιαξε
-Σε παρακαλώ μην με πειράξεις!
- Ηρέμησε δεν θα σε πειράξω, του απάντησε ο άνθρωπος μπροστά του.
Εκείνη την στιγμή, ο Τζον παρατηρώντας τον πιο προσεκτικά ανακάλυψε πως κάτι του θύμισε αυτός μπροστά του αν και είχε ένα ρομποτικό χέρι και φορούσε μία ρομποτική στολή.
- Ποιος είσαι; τον ρώτησε ο Τζον.
-Είμαι εσύ από το μέλλον.
-Τι; Πώς γίνεται αυτό; Μήπως είσαι ψεύτης; Εξήγησέ μου!
-Λοιπόν, έχεις δίκιο, πρέπει να σου εξηγήσω. Έρχομαι από το μέλλον το οποίο η τεχνολογία το έχει παρατραβήξει. Και επειδή ο κόσμος μου είναι έτοιμος να καταστραφεί από κάτι πολύ εξελιγμένα ρομπότ, ανακάλυψα ότι ο μόνος τρόπος για να τον σώσει να καταστρέψω αυτές τις ντουλάπες.
-Τώρα σε πίστεψα…Για μισό λεπτό, δηλαδή μου λες ότι στο μέλλον εγώ ζω ακόμη;
-Απίστευτο ε;
-Και πώς θα σώσεις τον κόσμο σου με κάτι ντουλάπες;
- Φίλε μου, αυτές οι ντουλάπες είναι μαγικές. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο απίστευτη είναι μαγεία από την τεχνολογία…Και τώρα αρχίζει η δράση!, είπε και σήκωσε το ρομποτικό του χέρι προς τις ντουλάπες.
- Μισό, τι εννοείς με…, άρχισε να λέει ο Τζον όμως δεν πρόλαβε να συνεχίσει γιατί ήχησε ένα πολύ δυνατό ΜΠΑΜ!!!
Ο Τζον ξύπνησε. Ήταν πρωί. Από έξω άκουγε την μαμά του και τον μπαμπά του να ετοιμάζουν τα πρωινό. Ο Τζον σηκώθηκε με το κεφάλι του να πονάει. Άρχισε να θυμάται για έναν τύπο από το μέλλον, που κατέστρεψε τις ντουλάπες του και μετά να τον χτυπάει με ένα παράξενο μηχάνημα. Πάντως ήταν σίγουρος πώς δεν ήταν όνειρο. Και εκείνη τη στιγμή είδε κάτι που τον έκανε να τα καταλάβει όλα. Οι 13 ντουλάπες του έλειπαν.
Δ.Μ. ΣΤ΄1
