Όταν η Ελένη μετακόμισε στο παλιό σπίτι στο χωριό της, της είχαν πει μόνο ένα
πράγμα : “Μην ανοίξεις ποτέ τα ντουλάπια στο πίσω δωμάτιο”. Εννοείται, όσο
περισσότερο της το λέγανε, τόσο περισσότερο μεγάλωνε η περιέργειά της. Ένα βράδυ,
που ο αέρας φυσούσε και τα φώτα τρεμόπαιζαν, η Ελένη στάθηκε μπροστά στο καφέ
σκουριασμένο έπιπλο με τα δεκατρία, μικρά και μεγάλα ντουλάπια.
Το πρώτο άνοιξε εύκολα. Μέσα είχε ένα κουμπί. Το δεύτερο μια κάλτσα. Το τρίτο ένα
δόντι, φρέσκο με αίμα. Καθώς άνοιγε το καθένα, γινόταν πιο δύσκολα, σαν κάτι από
μέσα να αντιστεκόταν. Στο έβδομο το φως έσβησε τελείως. Κι όμως, τα χέρια της
συνέχισαν να ψάχνουν. Χωρίς να το θέλει.
Όταν έφτασε στο 13ο , όλα γύρω της είχαν αλλάξει. Οι τοίχοι είχαν γεμίσει ρωγμές και
από μέσα τους έσταζε κάτι μαύρο. Το ντουλάπι κουνιόταν. Σαν να ανάσαινε. Το άνοιξε
με χέρια που έτρεμαν. Και τότε το είδε, μια σκιά χωρίς πρόσωπο, με μάτια ντουλάπια.
“Τώρα είναι και η σειρά σου”, ψιθύρισε με μια φωνή ούτε αντρική ούτε γυναικεία. Τα
ντουλάπια έκλεισαν με μιας και ακούστηκε μια κραυγή. Όχι της Ελένης.
Μετά από λίγο μπήκαν οι γείτονες μέσα στο σπίτι γιατί τρόμαξαν από τον θόρυβο.
Αλλά δεν είδαν την Ελένη. Μέσα στο ντουλάπι ήταν ένα κολιέ. Το κολιέ της Ελένης. Και
στο πάτωμα μπροστά του ένα χαρτάκι που με αίμα έγραφε «Μην ανοίξεις τα
ντουλάπια».
Μαρία Π. ΣΤ΄ 1
Υποβολή απάντησης
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.
