ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ (τίτλος δανεισμένος από το βιβλίο «τα μυστικά των λέξεων» , Noam Chomsky & Andrea Moro)

vivlio-lekseis

Από τη Σταματίνα  Δασκολιά 

«Η γλώσσα μας  κολυμπά μέσα σε μια τόσο όμορφη αφθονία, που χρειάζεται μόνο να αντλήσουμε από μέσα της, από τρεις πλούσιες φλέβες , από τα ιδιώματα, από την παλαιότερη εποχή και από τα χειρωνακτικά επαγγέλματα» Με αυτό το σκεπτικό αναζητούμε μαζί με τους μαθητές την ντοπιολαλιά με στόχο να αναστήσουμε λέξεις και μαζί με αυτές και χαμένους στο χρόνο πολιτισμούς.

«Ντοπιολαλιά σημαίνει γλωσσικός πλούτος και όχι γλωσσική κατωτερότητα»

Λέξεις που χρησιμοποιούν ακόμα κάποιοι ηλικιωμένοι στο χωριό Βούρβουρα  (χωριό  της Πελοποννήσου και τόπος καταγωγής της γιαγιάς μου )images (5) 

 

Ευχαριστώ θερμά τον μαθηματικό Βασίλη Καλαμούτσο ,που κατάγεται από την περιοχή, και προσπαθεί να  συγκεντρώσει αυτές τις λέξεις και να τις διασώσει από το πέρασμα του χρόνου  , γιατί αν «πεθάνουν» θα χαθεί μαζί τους και ένας ακόμη  πολιτισμός. 

 

αλισίβα(η): Μείγμα ζεστού νερού με στάχτη, με το οποίο οι γυναίκες έπλεναν τα ρούχα.

αμπρόφταγος ( κατάρα): να μη προλάβει να φτάσει.

απογιούρα (η) : σκιερό, ανήλιαγο μέρος με ψύχρα, με υγρασία.

αποσκιούρα(η): ανήλιο μέρος.

κιώνω: τελειώνω. «Αφού τους ντουφεκάγανε , τους κιώναν με λιθάρια.»

κουμούτσι(το): ένα κομμάτι ψωμί.

λιάρος: ασπρόμαυρος, ένα λιάρο αρνί, μια λιάρα γίδα ( βλάχικη). Έτσι το λέμε στα Βούρβουρα. Και άλλες ερμηνείες:

Ο ήσκιος ενός όχι πυκνόφυλλου δέντρου είναι λιάρος! Έτσι το λέει η πεθερά μου στην Ήπειρο.

Ένας άνθρωπος που αλλάζει συχνά γνώμη είναι λιάρος! Έτσι μου το είπε ένας Αλβανός.

Ένα τοπίο που η μορφή του εναλλάσσεται, χώμα, βάτα κλπ, είναι λιάρο! Έτσι μου το είπε ένας Γορτύνιος.

λουμώνω: κρύβομαι, συνήθως φοβισμένος.

μασιά (η): εργαλείο για να σιμπάω τη φωτιά: δηλ. να ανακατώνω τα ξύλα για να αναζωπυρώσω, να δυναμώσω τη φωτιά.

μέτζα(η): ιδιοτροπία, μετζιάρικο μουλάρι.

μουρχούτα(η): βαθύ πήλινο πιάτο. Μερικές φορές έτρωγε όλη η οικογένεια μαζί σ’ αυτό.

μουτσιάρα(η): τόπος με νερά, βλάχικη λέξη.

ούμελο: λείο και μαλακό, από ομαλό.

παχνί (το): κατασκευή στο στάβλο που τοποθετούσαν την τροφή των ζώων( άχυρο, χόρτο κλπ.) ΣΥΝ. φάτνη.

σανός (ο) = τροφή από ξερά δημητριακά ή άλλα σπαρτά για ζώα.

σκαπετάω: χάνομαι στο τέλος του δρόμου, στο σκάπετο , εκεί που δεν με βλέπουν πια, εξαφανίζομαι. Ιταλ. Scappare.

σπληθάρι(το) (σπίθα+ληθάρι) : μικρή λακκούβα σε πέτρα. Συνήθως πηγαίνουν τα πουλιά και πίνουν το νερό που μαζεύεται εκεί όταν έχει βρέξει.

στάβλος(ο): ειδικά διαμορφωμένος σκεπασμένος χώρος για μεγάλα κατοικίδια ζώα.

τσάρκος(ο): αχυρώνας, περιφραγμένος χώρος αποθήκευσης των τροφών των ζώων και χώρος όπου έκλειναν τα μικρά αρνιά ή κατσίκια, τα οποία θήλαζαν ακόμη, όταν το κοπάδι έβγαινε για βοσκή.

τσινάω: κλωτσάω για ζώα, τσινιάρικο μουλάρι, επί ανθρώπων δυσανασχετώ, δυστροπώ.

τσιρίλι(το): σπυρί στο δέρμα των ανθρώπων με πύον και αίμα, συνήθως στο σβέρκο, δηλ. στο πίσω μέρος του λαιμού.

φασκιά (η): υφάσματα που τύλιγαν τα βρέφη. Αρχαία ελληνική φασκιῶ < φασκία.

χλεπέτες : νιφάδες χιονιού.

ψαϊλα(η): Προσωρινό σημείο ξεκούρασης. Πρόχειρη περίφραξη όπου συγκεντρώνει το κοπάδι του ο βοσκός κατά τους καλοκαιρινούς μήνες

Ευχαριστώ και τις μαθήτριες της Γ΄Γυμνασίου Ιωάννα Παντελοπούλου και Ιφιγένεια Πλατή για τη δική τους συνεισφορά στη «δεξαμενή¨των λέξεων. 

Η Ιωάννα μας έφερε και κείνη λέξεις της Πελοποννήσου :

κούτσικο: μικρό

πατλιτζάνια: μελιτζάνες

μάρο μου: Αγάπη μου

σαπαν-σακατ: ίσα πανω- ίσα κάτω

μπουτί:γιατί

αι σαπέρα : άντε φύγε

πασο΄μια: παντόφλες

εδώ παχάμου: Εδώ ακριβώς

Η Ιφιγένεια μας έφερε λέξεις από τη Ναυπακτία:

Καρκατσέλα: βάζουμε κάποιον στον ώμο μας

καλπουζανιά: απάτη

Καρλέλι: Αιτωλοκαρνανία

κήπια: οι κήποι

εδωιά: σε αυτό το μέρος

έγγουσα: χόρτασα

ζόμπος: η πέτρα

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης