Οδύσσεια: Ένα ταξίδι ζωής μέσα από τα μάτια των μαθητών του Α2

ΟΔΥΣΣΕΑΣ-ΚΑΛΥΨΩ

Στο άρθρο αυτό οι μαθητές του Α2 μας καλούν να ταξιδέψουμε στον κόσμο του Οδυσσέα. Ζωγράφισαν τις αγαπημένες τους σκηνές, αποτυπώνοντας με χρώματα και φαντασία τις περιπέτειες του πολυμήχανου ήρωα, και μοιράζονται μαζί μας τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, εξηγώντας γιατί η Οδύσσεια τους άγγιξε, γιατί τους ενέπνευσε και γιατί πιστεύουν ότι αξίζει να τη διαβάσει κάθε παιδί – και όχι μόνο!

Η Οδύσσεια είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας και μας διδάσκει αξίες όπως η επιμονή, η σοφία, η αγάπη για την πατρίδα και η δύναμη της οικογένειας. Μέσα από τις περιπέτειες του Οδυσσέα μαθαίνουμε πως ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές με εξυπνάδα και θάρρος μπορούμε να ξεπεράσουμε τα εμπόδια.

                                                                                                                                     Μεντινέ Καμπέρογλου

                                                                                    Χριστίνα Καλμπένη

“Η Καλυψώ υποδέχεται τον Οδυσσέα”

“Λαερτιάδη διογέννητε, πολύτροπε Οδυσσέα,

τόσο πολύ πεθύμησες το σπίτι σου;

τώρα αμέσως θέλεις να γυρίσεις στην πατρίδα;

Πήγαινε στο καλό λοιπόν.

Κι όμως αν ήξερες ποια πάθη γράφει η μοίρα σου να κακοπάθεις,

προτού πατήσεις χώμα πατρικό,

Εδώ μαζί μου θα ’μενες, φύλακας νοικοκύρης της σπηλιάς.

Θα ’σουν κι αθάνατος, μόλο που σε φλογίζει ο πόθος της γυναίκας σου,

σε τυραννά ο καημός για να την ξαναδείς, μέρα και νύχτα.

Κι όμως δεν θα έλεγα πως είμαι κατώτερή της,

Μήτε στην όψη μήτε και στο ανάστημα.

Έτσι κι αλλιώς, καθόλου δεν τους πρέπει, θνητές

να ανταγωνίζονται θεές στης ομορφιάς τη χάρη”.  (ε, 223-235)

                                                                                                                                           Σωτήρης Μπέτας

Η συνάντηση του  Οδυσσέα με την Καλυψώ

                                      “Η συνάντηση του Οδυσσέα με την Καλυψώ” -  Έργο του Γ. Μπουτόπουλου

Στην “Οδύσσεια”, η συνάντηση του Οδυσσέα με την Καλυψώ είναι ένα από τα σημαντικότερα επεισόδια. Ο Οδυσσέας, που έμεινε αιχμάλωτος στην Ωγυγία για επτά χρόνια, τελικά απελευθερώνεται χάρη στην παρέμβαση του Δία και των άλλων θεών. Η Καλυψώ, που αρχικά τον κρατούσε μαζί της προσπαθώντας να τον πείσει να μην γυρίσει στην πατρίδα του, τελικά τον απελευθερώνει με δυσκολία, κατόπιν εντολής του Δία. Η συνάντηση αυτή είναι  επεισόδιο γεμάτο συγκίνηση και δυσκολίες. Η Καλυψώ αντιπροσωπεύει τον πειρασμό της λήθης και της στασιμότητας. Ο Οδυσσέας όμως επιλέγει το δύσκολο μονοπάτι της επιστροφής, αποδεικνύοντας την ανθρώπινη ανάγκη για ρίζες και ταυτότητα. Είναι αποφασιμένος να γυρίσει στην Ιθάκη.

Αυτό το σημείο της Οδύσσειας μου κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον γιατί ο Οδυσσέας, αν και έχει δίπλα του μια θεά που του προσφέρει τα πάντα, ακόμα και την αθανασία, δεν ικανοποιείται. Θέλει πίσω τη γη του, την οικογένειά του, τη θνητή του ζωή. Αυτή η επιλογή δείχνει τη δύναμη της νοσταλγίας και της αγάπης. Ποιος δεν θα μπορούσε να ταυτιστεί με αυτό; Τέλος, η Καλυψώ, παρόλο που είναι θεά, νιώθει όπως κάθε άνθρωπος που αγαπά κάποιον και δεν μπορεί να τον κρατήσει. Υπάρχει ευαισθησία και θλίψη στον τρόπο που τον αφήνει να φύγει. Δεν είναι «κακιά», απλώς πληγωμένη. Όλα αυτά μας δείχνουν για άλλη μια φορά τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της Οδύσσειας.

                                                                                                                                                     Σταματία Μακρή

Η σχεδία του Οδυσσέα

“Τότε και το κατάρτι το έμπηξε στη μέση μ’ αντένα ταιριασμένη,

και το τιμόνι το μαστόρεψε, να ’ναι ο κυβερνήτης του.

Ύστερα τη σχεδία περίφραξε, στο κύμα για ν’ αντέχει,

με κλωνάρια ιτιάς, ρίχνοντας από πάνω φύλλα.

Και ξαναφτάνει η Καλυψώ θεόμορφη με το λινό για τα πανιά·

καλά κι αυτά τα μαστορεύει.

Τα ξάρτια και τα κάτω καραβόσχοινα της έδεσε,

και με φαλάγγια τη σχεδία τη σέρνει και τη ρίχνει

στο θείο κύμα της θαλάσσης”. (ε, στ. 280-288)

                                                                                                                                          Γρηγόρης Μάρας

                                                                                                                                 Μάριος Ντούλης

“Όλος χαρά ο θείος Οδυσσέας κι αγαλλίαση,

με πρίμο αγέρι σήκωσε τα πανιά, κάθισε στο τιμόνι

και το κυβέρνησε με τέχνη.

΄Υπνος δεν έπεσε στα βλέφαρά του, αλλά κοιτούσε συνεχώς την Πούλια,

τον Βουκόλο που δύει αργά, την Άρκτο που τη λεν κι Αμάξι·

δεν φεύγει από τη θέση της γυρίζοντας, μόνο παραμονεύει

τον Ωρίωνα, και μόνη αυτή δεν λέει να πέσει στα λουτρά του Ωκεανού.

Η Καλυψώ η θεόμορφη τον είχε ορμηνέψει,

αυτό το αστέρι πάντοτε να το ’χει ποντοπορώντας / στο ζερβό του χέρι.

Και ποντοπόρησε μέρες δεκαεπτά στη δέκατη όγδοη

πήραν να φαίνονται [...] βαθύσκιωτα της Φαιακίδας τα βουνά·

έμοιαζαν σαν ασπίδα, στο πέλαγος το αχνό αφημένη. (ε, 297-310)

                                                                                               Ανέστης Ναυρόζογλου

Ο Οδυσσέας  ναυαγός στο νησί των Φαιάκων, τη Σχερία

                                                                                                                           Σιμέλα Μαλάι (ζ, 160-163)

Οδυσσέας και Ναυσικά

“Κι όπως το συλλογίστηκε του φάνηκε καλύτερο

κρατώντας την απόσταση και με μειλίχια λόγια να την παρακαλέσει,

μήπως κι αν άλλιζε το γόνα της, η κόρη χολωθεί.

Έτσι μειλίχιος κίνησε τον λόγο του, με σύνεση και πονηριά:

“Γονατιστός προσπέφτω, δέσποινά μου. Είσαι θνητή; θεά; Δεν ξέρω.

Αν στους θεούς ανήκεις, που κατέχουν τον πλατύ ουρανό,

τότε πως μοιάζεις λέω τόσο με την Άρτεμη, την κόρη του μεγάλου Δία,

στην ομορφιά, στο ανάστημα, στο ανάριμμα.

Αν πάλι ανήκεις στους θνητούς που κατοικούν τη γη μας,

τρισμάκαρες ο κύρης σου κι η σεβαστή σου μάνα,

οι αδελφοί σου τρισμακάριστοι· πόσο καμάρι

θα θερμαίνει πάντα την καρδιά τους να σ’ έχουν πλάι τους,

κι όταν σε βλέπουν στον χορό να μπαίνεις, τέτοιο βλαστάρι.

Και πάνω απ’ όλους εκείνος πιο μακαρισμένος

που με τα δώρα του θα σε κερδίσει και θα σε πάρει νύφη σπίτι του.

Τόση ομορφιά ποτέ δεν είδα ως τώρα, γυναίκα ή άντρα,

θάμπωσα και δεν χορταίνω να κοιτώ”. (ζ, 185-197)

                                                                                                                                 Αλεξάνδρα Καμπισιούλη

Αναμέτρηση του Οδυσσέα με τον Κύκλωπα

“Κι όταν, την άλλη μέρα ξημερώνοντας, φάνηκε ρόδινη στον ουρανό η Αυγή,

εκείνος τα έβγαλε, για να βοσκήσουν, τα σερνικά του κοπαδιού·

τα θηλυκά βελάζοντας που δεν τ’ αρμέξαν, μείναν στις μάντρες [...].

[...] Ο αφέντης τυραννισμένος,

από τους φρικτούς του πόνους, όλα τα ψηλαφούσε τα κριάρια του στη ράχη,

κι αυτά ορθωμένα στέκονταν μπροστά του·

δεν συλλογίστηκε ο μωρός ποιοι στα μαλλιαρά τους στήθη ήταν δεμένοι.

Απ’ το κοπάδι τελευταίος πήγαινε ο  κριός μπροστάρης

προς το πέρασμα, βαρύς απ’ το μαλλί του κι από μένα,

που ’χε συλλάβει ο νους μου τέτοια τέχνη.

Σ’ αυτόν τα χέρια του ακουμπώντας, έτσι του μίλησε ο δυνατός Πολύφημος:

“Κριάρι μου καλό, πώς και γιατί απ’ όλο το κοπάδι τελευταίο

βγαίνεις κι αφήνεις τη σπηλιά; Δεν το συνήθιζες πιο πριν

ν’ ακολουθείς και να ξεμένεις πίσω· το πρώτο πρώτο ήσουν

από τα γιδοπρόβατά μου που πηλαλώντας έτρεχες να βοσκήσεις [...]

και πάλι πρώτο γύρευες να γυρίσεις στο μαντρί, / σαν έπεφτε το βράδυ. [...]

Μάλλον θ’ αποζητάς του αφεντικού το μάτι, που του το τύφλωσε

ο κακός εχθρός κι οι άθλιοι σύντροφοί του, αφού του σκότισε

τον νου με το κρασί, αυτός ο Ούτις -

Όχι, μα την αλήθεια, δεν ξέφυγε τον όλεθρό του ακόμη. [...]”

Έτσι μιλώντας στο κριάρι του, τ’ άφησε να τον προσπεράσει. (ι, στ.485-512)

“Πήραμε κάποια απόσταση, τόση ωστόσο που ν” ακούγεται η φωνή,

κι εγώ φώναξα τότε προς τον Kύκλωπα χλευάζοντας:

«Kύκλωπα, δεν σου έμελλε να πέσεις σε δειλό αρχηγό,

που πήγες κι έφαγες στη θολωτή σπηλιά σου τους συντρόφους του

μ” άγρια βία· έπρεπε να πληρώσεις με το παραπάνω τα τόσα

ανόσια έργα σου. Άσπλαχνε εσύ, που δεν φοβήθηκες, μέσα στο σπίτι σου,

τους ξένους να καταβροχθίσεις· γι” αυτό και σε τιμώρησαν / ο Δίας κι οι θεοί.»

Έτσι του μίλησα, κι αυτός χολώθηκε μέσα του πιο πολύ.

Kόβει λοιπόν μια κορυφή ψηλού βουνού και πάνω μας τη ρίχνει· [...] (ι, 527-536)

                                                                                                       Δήμητρα Λιόλιου

 «Kύκλωπα, αν κάποιος κάποτε απ” τους θνητούς ανθρώπους

ρωτήσει ποιος σου χάλασε το μάτι, ποιος σε τύφλωσε,

να πεις: «O Oδυσσεύς μού το “βγαλε, ο πορθητής,

γιος του Λαέρτη, που έχει το σπιτικό του στην Iθάκη.»

     Aκούγοντας τον λόγο μου, βαριά αναστέναξε μιλώντας:

«Aλίμονό μου, να λοιπόν που τα παλιά μαντεύματα αληθεύουν·

ήτανε κάποτε στα μέρη μας ένας σπουδαίος και μεγάλος μάντης [...].

Aυτός τα πάντα μού προφήτευε όσα στο μέλλον θα συμβούν,

πως θα χαθεί το φως μου από το χέρι κάποιου Oδυσσέα.

Xρόνια περίμενα έναν άντρα μέγα κι όμορφο

να φτάσει εδώ, που να “χει πάνω του αντρεία μεγάλη·

μα τώρα κάποιος αχαμνός,1 ασήμαντος και λίγος,

μου χάλασε το μάτι, αφού πρώτα με νάρκωσε με το κρασί του.

Aλλά, Oδυσσέα, έλα, κόπιασε εδώ, να πάρεις

το δώρο σου φιλόξενο· από τον ξακουσμένο Kοσμοσείστη θα γυρέψω

την επιστροφή σου. Eίμαι δικός του γιος, κι αυτός το δέχεται

πως είναι ο πατέρας μου. O ίδιος μόνο, αν το θελήσει, μπορεί

να με γιατρέψει· άλλος κανείς απ” τους μακάριους θεούς

μήτε κι απ” τους θνητούς ανθρώπους.»

     Tελειώνοντας αυτός τον λόγο του, εγώ αμέσως του αποκρίθηκα:

«Άμποτε να μπορούσα να κόψω για καλά και τη ζωή και την πνοή σου,

κι έτσι τυφλό στον κάτω κόσμο να σε στείλω·

γιατί το μάτι σου κανείς δεν θα γιατρέψει, καν ο Kοσμοσείστης.»

Έτσι του μίλησα, κι αυτός [...] / ευχήθηκε στον μέγα Ποσειδώνα:

      «Eπάκουσέ με, Ποσειδών με την κατάμαυρή σου κόμη, εσύ κρατάς

τη γη στα χέρια σου· δώσε ποτέ να μη γυρίσει στην πατρίδα του

ο πορθητής της Tροίας Oδυσσεύς, γιος του Λαέρτη, που έχει

το σπιτικό του στην Iθάκη.

Aν όμως είναι το γραφτό του να δει δικούς, να φτάσει

στο καλοχτισμένο σπιτικό του και να πατήσει της πατρίδας του το χώμα,

τότε να επιστρέψει αργά, χάνοντας πρώτα όλους τους συντρόφους,

πάνω σε ξενικό καράβι, και μες στο σπίτι του να βρει / καινούρια πάθη.» (ι, 560-595)

                                                                         Οδυσσέας Λαμπρόπουλος

                                                                               Άγγελος Μάνι

Αλκίνου Απόλογοι: Νέκυια, λ ( Ο Οδυσσέας διηγείται την περιπέτειά του στον Άδη) 

                                                                        Αχερουσία λίμνη – Η πύλη του Κάτω Κόσμου

“Aκολουθώντας τις οδηγίες της Kίρκης, φτάσαμε στον Ωκεανό και προχωρώντας στο ρεύμα του συναντήσαμε τον βράχο όπου δυο ποτάμια «σμίγοντας μεταξύ τους» χύνονται στον Aχέροντα, τον ποταμό του Άδη. Στο χάσμα αυτό χωθήκαμε και βγήκαμε στην είσοδο του Kάτω Kόσμου”.                                                                                                                                                                                                                                                                      Έλενα Νάσιου

Γιατί να διαβάσει κάποιος την Οδύσσεια 

Η Οδύσσεια, το έπος του νόστου, είναι ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Το πρώτο στοιχείο που την κάνει να ξεχωρίζει είναι ο Οδυσσέας, ο κεντρικός της ήρωας. Ο πολυμήχανος  Οδυσσέας έχει ως υπέρτατο σκοπό την επιστροφή στην πατρίδα και τον οίκο του. Επιθυμεί διακαώς να επιστρέψει στην Ιθάκη και να απολαύσει τη θαλπωρή της οικογένειάς του. Αυτό ακριβώς τον καθιστά πιο προσιτό και ανθρώπινο στα μάτια του αναγνώστη.

Η Οδύσσεια είναι ένα ποίημα που αναδεικνύει την αξία του οίκου, πηγή όχι μόνο υλικής ικανοποίησης, αλλά και συναισθήματος ασφάλειας, ενώ παράλληλα εξερευνά τη σχέση των ανθρώπων με τους θεούς.

Ο Οδυσσέας ως ήρωας σέβεται τους θεούς και αναζητά τη βοήθειά τους.

Διαβάζοντας κάποιος την Οδύσσεια ανακαλύπτει πολυάριθμα πολιτιστικά στοιχεία, τόσο του υλικού όσο και του πνευματικού βίου, της ομηρικής εποχής. Ένας θεσμός που εξυμνείται στο έπος είναι αυτός της φιλοξενίας. Όσοι φιλοξενούσαν τους ξένους απολάμβαναν την εύνοια των θεών, γεγονός που αναδεικνύει την κοινωνική του σημασία.

Αξιοσημείωτη επίσης είναι η πληθώρα των γυναικείων χαρακτήρων στην Οδύσσεια, οι οποίες διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του έπους με την ενεργή τους δράση.

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της Οδύσσειας είναι οι διαχρονικές αξίες και τα πολύτιμα ηθικά διδάγματα που αναδύονται μέσα από το κείμενο. Τέλος, μια άλλη πρωτοτυπία της Οδύσσειας είναι η μέθοδος της αφήγησης, η οποία αφήνεται ουσιαστικά στον ίδιο τον Οδυσσέα, τον μοναδικό επιζώντα των περιπετειών του.

                 

                                                                                                                               Ιουλία Κατσαφάρου

Η Οδύσσεια είναι ένα από τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά έργα. Αφηγείται τη συναρπαστική ιστορία  του Οδυσσέα, ο οποίος  για  δέκα  χρόνια, μετά  τον  Τρωικό  πόλεμο, περιπλανήθηκε  προσπαθώντας  να επιστρέψει  στην  αγαπημένη  του  Ιθάκη  και  στην  οικογένειά  του.  Το  έργο  είναι  ένα  παραμύθι  στο  οποίο  εντυπωσιάζουν  οι  φανταστικές  περιπέτειες   του Οδυσσέα, που  πάλεψε με  θεούς  και  τέρατα,  με  γιγάντιους  ήρωες,  όπως  ο  Κύκλωπας, με  μυθικά  πλάσματα, όπως  η  Σκύλλα  και  η  Χάρυβδη,  με  μάγισσες  και  νεράιδες,  όπως  η  Κίρκη  και  η  Καλυψώ.  Ο  Όμηρος  όμως  μας  περνάει  και  πολλά  μηνύματα  μέσα  από  τη  συμπεριφορά  του  Οδυσσέα, όπως  τη  συντροφικότητα ,  την  αγάπη  για  την  πατρίδα  και  την  οικογένεια, την  αρετή  της  υπομονής  και  της  επιμονής. Ο  Οδυσσέας  πάλεψε  γενναία  με  αποφασιστικότητα  και  θάρρος,  ενώ  δεν  εγκατέλειψε  ποτέ  τον  στόχο  του, τον  νόστο  στην  πατρίδα. Γι’  αυτούς  τους  λόγους  πρέπει να  διαβάσει  κάποιος  την  Οδύσσεια, που  ακόμα  και  ο  Μέγας  Αλέξανδρος μαγεύτηκε  από  αυτή.

                                                                                                 Χριστόφορος Λούκος