Ετούτο εδώ το ποίημα , η «Λήθη του Μαβίλη»
στον κόσμο τον κατάμαυρο τον νου μου έχει στείλει.
Το κλίμα απαισιόδοξο κι η άθλια μιζέρια
πολύ με ανατρίχιασε στα πόδια και στα χέρια!
Νεκροί που ΄ναι καλότυχοι και ζωντανοί που κλαίνε
τον πόνο δεν τον κρύβουνε , μα φωναχτά τον λένε.
Τη θέση των ψυχών αυτών που χάθηκαν βαραίνουν,
αφού θολώνουν το νερό της βρύσης που πηγαίνουν.
Και δεν μπορούν τις πίκρες της ζωής τους να ξεχάσουν
και έτσι βασανίζονται σαν παν να ξαποστάσουν.
Αυτό με θλίβει ιδιαίτερα , που όλοι υποφέρουν
και συμφορές που έρχονται καθόλου δεν τις ξέρουν.
Εσείς που ακόμη στέκεστε, την πίκρα λησμονήστε!
Κουράγιο απλά να κάνετε , τη ζωή σας συνεχίστε.
Μελαγχολία τεράστια και ψυχικός ο πόνος,
μα κάτσε και περίμενε η γιατρειά είναι ο χρόνος!
Η λύπη με κυρίευσε , μαράζωσε η καρδιά μου,
η όρεξή μου κόπηκε και βούρκωσε η ματιά μου!!!
Γρηγόριος Γκοτσόπουλος
