κείμενο από τον Μπίλη Γκ.
εικονογράφηση από τον Παναγιώτη Γκ.
Ο φτωχός σαμουράι
Κάποτε στη μακρινή Ιαπωνία ζούσε ένα φτωχό παιδί ο Κάιτο. Ήταν δεκαέξι χρονών. Το σπίτι του ήταν ο δρόμος. Οι γονείς του δε ζούσαν και έμενε μόνος του από τα έντεκα. Τριγυρνούσε στους δρόμους, έτρωγε ό,τι του έδιναν οι περαστικοί. Κοιμόταν έξω γιατί δεν είχε σπίτι και ας μην έφτανε αυτό, οι περαστικοί δεν του φέρονταν καλά. Τον κορόιδευαν, του πετούσαν πέτρες και του συμπεριφέρονταν άσχημα. Εκείνος στεναχωριόταν, αλλά χαίρονταν, γιατί ήξερε πως υπάρχουν και καλοί άνθρωποι.

του έδωσε μια κατάνα …
Όμως μια μέρα, ήρθαν στην πόλη κάποιοι κακοί άνθρωποι και την κατέκτησαν. Στην πόλη επικρατούσε ένα χάος, όλοι ήταν φοβισμένοι και κλεισμένοι στα σπίτια τους. Όμως ο Κάιτο δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο, γιατί δεν είχε σπίτι. Έτσι πήγε στο πιο μακρινό δάσος, για να είναι μακριά από τους κακούς.
Περιπλανήθηκε στο δάσος μέχρι που είδε μία καλύβα. Μπήκε μέσα και είδε έναν γεράκο που πότιζε τα μπονσάι του. Ο γεράκος τον καλοδέχθηκε και ο Κάιτο του είπε τι γίνονταν στην πόλη. Ο γεράκος που ήταν παλιά σαμουράι του έδωσε μια κατάνα και για δυο μήνες του μάθαινε να τη χρησιμοποιεί. Επίσης του μάθαινε τον κώδικα μπουσίντο. Όταν ο Κάιτο ήταν έτοιμος, του είπε να πολεμήσει για την πόλη του.
Όταν πήγε στην πόλη, τραυμάτισε και έδιωξε όλους τους κακούς. Όταν ο άρχοντας του τόπου το είδε αυτό, ήθελε να τον βραβεύσει για την καλή πράξη του. Όμως ο Κάιτο είπε ότι του έφτανε ο σεβασμός. Από τότε όλοι οι άνθρωποι τον σέβονταν. Επίσης, δε ζούσε πλέον στους δρόμους, γιατί ζούσε στην καλύβα του γεράκου ευτυχισμένος.
(Σημείωση από το δάσκαλο του τμήματος: για την πληρέστερη κατανόηση των λέξεων «κατάνα» και «μπουσίντο», πατήστε επάνω τους για να διαβάσετε πληροφορίες από τη wikipedia)
