Η πίπα της μάγισσας και άλλες φανταστικές ιστορίες

Τίτλος βιβλίου: Η πίπα της μάγισσας και άλλες φανταστικές ιστορίες

Συγγραφέας: Τζάννι Ροντάρι

Εκδόσεις: Πατάκης

βιβλιοπαρουσίαση από το Γιώργο Γ.

Τα τρία αδέρφια

Μια θλιμμένη ημέρα ο κόμης Αλκουίνο πέθανε. Στην κηδεία του, ο συμβολαιογράφος διάβασε ένα γράμμα στους 3 γιους του κόμη. Το γράμμα έλεγε πως την περιουσία του θα τους την έδινε σε ένα χρόνο και πως για να περάσει ο χρόνος, έπρεπε να κάνουν ένα ταξίδι, ενώ θα είναι δεμένοι με ένα σχοινί.

Δεν έχασαν χρόνο και ξεκίνησαν. Στους δρόμους όλοι γελούσαν, αλλά δεν τους πείραζε. Η ώρα περνούσε μέχρι που τα δύο αδέρφια έκοψαν το σχοινί και έφυγαν. Ο τρίτος, αφού περπάτησε, άκουσε να λένε για κάποιους κλέφτες. Εκείνος δεν έδωσε σημασία, αλλά μετά σκέφτηκε ότι αν έβρισκε μια ομάδα, θα τα κατάφερνε να τους πιάσει. Όταν εκείνος και η ομάδα του βρήκαν τους κλέφτες, εκείνοι ήταν κοιμισμένοι και είχαν αιχμαλωτίσει τα δύο του αδέρφια.

Τότε είπαν ο ένας αδερφός στον άλλο “δεν θα ξαναχωριστούμε ποτέ.

Ο Πακέτος πήγαινε στη θάλασσα 

Ο Μόττι είναι ο πιο έξυπνος κλέφτης της πόλης. Ο φίλος του Μόττι είναι ο Πακέτος, ο οποίος έχει ρευματισμούς, για αυτό ο Μόττι τον έστειλε στη θάλασσα στην παραλία Χ.

Κάποιες μέρες μετά, ο Πακέτος είχε κάνει φίλους στην παραλία, αλλά οι υπεύθυνοι της παραλίας, του είπαν ότι το ραδιόφωνο που είχε, απαγορευόταν. Εκείνος τους απάντησε πως δεν το ανοίγει ποτέ. Στην πραγματικότητα το ραδιόφωνο ήταν πομπός και ό,τι άκουγε ο Πακέτος, το ακούτε και ο Μόττι. Όταν ο Μόττι μάθαινε ότι κάποια οικογένεια θα λείπει, τους έκλεβε τα πάντα από το σπίτι τους.

Η αστυνομία ερευνούσε για μέρες, μέχρι που βρήκαν τον Πακέτο σε μια καφετέρια να ακούει στο ραδιόφωνο έναν αγώνα. Ο αστυνομικός τον ρώτησε “γιατί ήρθες εδώ, αφού έχεις ραδιόφωνο;”. Ο Πακέτος δεν απάντησε. Ο αστυνομικός καταλαβε τι έκαναν και συνέλαβε τον Μόττι και τον Πακέτο.

Στο δικαστήριο δεν είχαν αποδείξεις, ώσπου ο Πακέτος, έδειξε τον πομπό και έτσι τους πήγαν στη φυλακή.

Ο μάγος Μαρένο

Κάποτε δύο παιδιά ο Πίκολο και η Γκρατσιέλλα, είπαν στην μαμά τους πώς θα πάνε στο δάσος να πάρουν μούρα.

Καθώς βρίσκονται στο δάσος, είδαν μια σπηλιά, την οποία ήθελαν πολύ να την δουν από μέσα, αλλά εκεί υπήρχε ένας μάγος. Τον πλησίασαν και τον ρώτησαν τι έκανε εκεί πέρα. Εκείνος τους είπε ότι ο μόνος τρόπος να φύγει από αυτή την σπηλιά, ήταν να κάνει ένα καλό μαγικό σε κάποιον. Τους είπε επίσης, ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι, γιατί οι άνθρωποι τα έχουν όλα, μπορούν να μιλήσουν με κάποιον από μακριά, να δουν τι γίνεται στην άλλη άκρη του κόσμου και διάφορα άλλα.

Τα παιδιά του είπαν ότι μπορεί να τους δώσει λίγα μούρα που χρειάζονταν. Ο μάγος το έκανε και με αυτή την καλή πράξη, ελευθερώθηκε. Τα παιδιά στο τέλος ανυπομονούσαν να πουν το πώς πέρασαν, στους γονείς τους.

.