Ο γάιδαρος του αυτοκράτορα

βιβλιοπαρουσίαση από τον Αχιλλέα-Ραφαήλ Ζ. 

Ήταν ένα παιδί που ονομάζονταν Λάκης και ήταν 16 χρονών. Δεν ήθελε να πάει στο Λύκειο, γι αυτό βοηθούσε τον πατέρα του στα χωράφια. Κάθε μέρα το πρωί πήγαινε στο χωράφι με το αγροτικό και στην καρότσα είχε ένα γάιδαρο. Όμως ο γάιδαρος γλιστρούσε από την καρότσα και ο Λάκης νευρίαζε, γιατί έπρεπε να τον ξανανεβάζει στην καρότσα και να τον ξανανεβάζει. Μάλιστα από τα νεύρα του ο Λάκης έσβησε ένα τσιγάρο στην πλάτη του γάιδαρου. Για να λυθεί αυτό το πρόβλημα, μίλησε με τους γονείς του και αποφάσισαν να τον πουλήσουν. Τον Λάκη δεν τον ένοιαζε τίποτα, τον ένοιαζε η YAMAHA του και τα λεφτά που θα πάρει από το γάιδαρο.

Την άλλη μέρα τον πήγαν στο παζάρι και εκεί γνώρισε δύο γάιδαρους, που έγιναν φίλοι του και ονομάζονταν Σταχτής και Μαυρομάτα. Φορούσαν σαμάρι, όμως αυτός το σιχαινόταν και όλοι όσοι προσπάθησαν να του φορέσουν δεν τα κατάφεραν και τραυματίστηκαν.

Μια μέρα ήρθε ένας κύριος στο στάβλο. Η Μαυρομάτα αναρωτήθηκε “μήπως θέλει να πάρει κάποιον από εμάς;”. Οι γάιδαροι το συζήτηι τελικά ο κύριος πήρε τη Μαυρομάτα και έμειναν μόνο ο Σταχτής και ο γάιδαρος. Πέρασε μίασαν κα δυο μέρες και ένας άλλος κύριος είπε για τον γάιδαρο “τί όμορφος που είναι, αυτόν θέλω να πάρω” και τον καλολογούσε. Τότε ο ιδιοκτήτης του στάβλου είπε στον κύριο να φύγει, όμως αυτός του εξήγησε ότι θέλει να αγοράσει αυτόν τον γάιδαρο. Ο ιδιοκτήτης ότι αυτός ο γάιδαρος θα του δημιουργήσει πολλά προβλήματα. Όμως ο κύριος επέμενε και τον αγόρασε. Ο γάιδαρος σκέφτονταν αν θα του φέρονταν καλά εκεί που θα πάει και τι θα απογίνει ο Σταχτής.

Πηγαίνοντας ο γάιδαρος με τον κύριο στο χωριό, εκεί που θα ζούσε πλέον, είδε μια πηγή και ο κύριος τον άφησε ελεύθερο να πιει νερό. Τότε κατάλαβε πόσο διψασμένος ήταν. Ο κύριος τον φώναζε Μπέμπη και του είπε: “λοιπόν , Μπέμπη, τι λες; Δεν είμαι αυτοκράτορας ; Μέσα στη φύση, μέσα στην πλάση, μέσα στο σύμπαν ολάκερο. Όποιος ζει μέσα σ΄ αυτή την ομορφιά, δεν είναι αυτοκράτορας; Εσύ δεν νιώθεις αυτοκράτορας; Είναι ντε … Τι να τα κάνω εγώ τα πλούτη, τι να τα κάνω τα λεφτά, τα σπίτια, τ΄ αμάξια, τα αεροπλάνα; Μα ποιος είναι ο αυτοκράτορας; Ποιος είναι περισσότερο ευτυχισμένος από μένα τούτη τη στιγμή … Γιατί να πάω να ζήσω μέσα στις πόλεις, μέσα στο μπετόν και στα τσιμέντα. Μέσα στο γκρίζο,, στην ασχήμια … Για δες πώς λάμπει ο κόσμος! Για δες πώς λικνίζονται τα φύλλα! Για δες το χρώμα τ΄ ουρανού σε λίγο που θα σουρουπώνει … Άκου τις σαύρες, τις χελώνες και τα φίδια που σέρνονται μες στα χορτάρια … Άκου τον κούκο που δεν κουράζεται να λέει πώς ήρθε η άνοιξη. Άκου το νερό πώς χαίρεται να κυλάει … Τι άλλο θέλω; Λοιπόν, Μπέμπη, δεν είμαι ο αυτοκράτορας;” Με αυτά και με αυτά ο αυτοκράτορας έφτασε σπίτι. Η κυρία Αλεξάνδρα μόλις είδε το γάιδαρο, άρχισε να φωνάζει και μαζί με τον αυτοκράτορα τον έβαλαν στο υπόγειο. Ο αυτοκράτορας ψιθύρισε στο γάιδαρο: “η κυρία Αλεξάνδρα είναι πολύ καλή κυρία και με αγαπητή και καλή, απλώς κάποιες φορές έχει τα παράπονά της”.

Στο υπόγειο ο γάιδαρος γνώρισε τους φίλους που έφτιαχναν το σπίτι τους. Ήταν τα χελιδόνια. Ο αυτοκράτορας τον τάιζε στο στόμα ψωμί και ο γάιδαρος, για να ευχαριστήσει τα χελιδόνια για την παρέα τους, ήθελε να τους δώσει ψωμί, όμως έφυγαν και δεν πρόλαβε να τους δώσει.

Ο αυτοκράτορας έπαιρνε τον γάιδαρο στο αμπέλι και τις ελιές και έβλεπε τον κύριο ανάμεσα στα δέντρα. Μια μέρα δεν τον είδε και άρχισε να ανησυχεί. Τότε άκουσε τη φωνή του αυτοκράτορα να του λέει: “έλα εδώ”. Ο γάιδαρος πήγε και τον είδε πίσω από έναν βράχο. Αυτό έγινε πολλές φορές, ώσπου μια μέρα νόμιζε ότι ήταν πίσω από το βράχο, αλλά τον βρήκε πεσμένο με το χέρι του στην καρδιά. Ο γάιδαρος κατάλαβε τι είχε γίνει και έτρεξε να ζητήσει βοήθεια από την κυρία Αλεξάνδρα. Αυτή ταράχτηκε όταν κατάλαβε τι έγινε και με την κόρη της την Αθανασία τον πήγαν στον νοσοκομείο.

Όλος ο κόσμος έδινε τα συγχαρητήριά του στο γάιδαρο που έσωσε τον αυτοκράτορα και τα παιδιά έπαιζαν μαζί του, παρόλο που οι μαμάδες τους έλεγαν να απομακρυνθούν.

Όταν έφεραν στο σπίτι τον αυτοκράτορα, αυτός ζήτησε να δει το γάιδαρο. Όταν ήρθαν αντιμέτωποι, ο αυτοκράτορας έκανε μια αγκαλιά στο γάιδαρο και του είπε “ευχαριστώ”. Αργότερα, κάτι περίεργο είδε ο γάιδαρος στην πόρτα του υπογείου. Είδε το Λάκη. Αυτός του είπε “ναι, δεν είναι παραίσθηση ο Λάκης σου. Σε χρειαζόμαστε. Ήρθα να σε πάρω …”. Τότε ο αυτοκράτορας είπε στο γάιδαρο “τα έχω κανονισμένα. Πήγαινε εσύ με το Λάκη τώρα για το χειμώνα και το καλοκαίρι θα ξανάρθεις”. Ύστερα ο αυτοκράτορας συμβουλή στο Λάκη. Συγκεκριμένα του είπε “να τον ταΐζεις πάντα ψωμί στο στόμα”.

Στο δρόμο, είπε ο Λάκης στο γάιδαρο “μη φοβάσαι, τη μηχανή την έκλεισα στο γκαράζ”. Όταν έφτασαν όλοι χάρηκαν που τον είδαν.