ΑΠΟΔΡΑΣΗ
-Μας λες δηλαδή πως παγιδευτήκαμε σε μία παράλληλη διάσταση; Γιατί τα διαμάντια μας έφεραν εδώ; ρώτησε ο Πομ
-Τα διαμάντια χρησιμοποιήθηκαν πολύ τα τελευταία χρόνια και ειδικά την τελευταία ημέρα όταν μπήκαν μέσα σε σώμα ντικιανό και ο πρώην βασιλιάς Ουρανόκι τα έβαλε να καταστρέψουν μικρέ κουζιξάν. είπε το πνεύμα του αέρα με μία απαλή και ανέμελη φωνή.
-Ναι, είναι λογικό να δυσλειτουργούν, τόσα χρόνια προσπαθούμε να ανοίξουμε μία πύλη για μία σταθερή διάσταση χωρίς αποτέλεσμα. Αλλά όταν η πριγκίπισσα Ηλιάνθη και η πριγκίπισσα Ουρανία ενώθηκαν νιώσαμε το κύμα της μαγείας και ξαναπροσπαθήσαμε με επιτυχία να ανοίξουμε την πύλη. Δυστυχώς έκλεισε με το που περάσατε πριν προλάβουμε να βγούμε. είπε το πνεύμα της φωτιάς δείχνοντας το σημείο όπου πριν υπήρχε η πύλη με ένα τόνο απογοήτευσης στη φωνή του.
-Και το ότι ο Μουστάκιας είναι ο μόνος που μπορεί να μας βγάλει από εδώ; ρώτησε η Ηλιάνθη
-Ο γάτος σου δεν τηλεμεταφέρεται;
-Ναι, αλλά όχι σε άλλες διαστάσεις!
-Και ο ΞιλόβασιΠομπαράτσι δεν φτιάχνει πύλες; συνέχισε απτόητο το πνεύμα της φωτιάς
-Ναι… είπε διστακτικά η Ηλιάνθη
-Τότε δώσε στονΠομπαράτσι να κρατάει το γάτο. Οι δυνάμεις του γάτου έχουν αυξηθεί αφού έφαγε το γλύπος…
-Το γλύπος; Νόμιζα πως έφαγε το λύπος.
-Η ταμπέλα ήταν ξεβαμμένη, είπε ο Γαλανός. Δεν μπορούσα να την διαβάσω καλά…
-Το γλύπος, είπε το πνεύμα του Ανέμου, είναι ενισχυτικό για μαγικές δυνάμεις. Τώρα ο γάτος σου είναι πενήντα φορές δυνατότερος στην τηλεμεταφορά από ό,τι πριν.
-Ωραία» είπε ο Πόμ, έλα εδώ Μουστάκια, είπε και ο συνταγματάρχης πήδηξε στην αγκαλιά του Πόμ γουργουρίζοντας δυνατά
Μετά μια εκτυφλωτική λάμψη ξεχύθηκε στο δωμάτιο και ανάγκασε όλους να κλείσουν τα μάτια τους. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μια πύλη είχε σχηματιστεί στο κέντρο του δωματίου με μπλε και κόκκινες σπείρες να στροβιλίζονται αργά μέσα της. Όλοι πέρασαν την πύλη για τον Ντίκα με τελευταίους τον Πόμ και τον συνταγματάρχη Μουστάκια. Όταν πέρασαν και αυτοί η πύλη έκλεισε και το τοπίο που αντίκρισαν ήταν πανέμορφο…Χιονισμένα ντεύκα, Κεφάλιπτοι και πλάβανοι (οι ντικιανές ονομασίες για τα πεύκα, τους ευκαλύπτους και τους πλάτανους) και χιόνι ως εκεί που έφτανε το μάτι
-Σε ποιο μέρος του Ντίκα είμαστε; ρώτησε η Ουρανία
Ήταν η πρώτη φορά που μίλησε αφού την έσωσαν και η φωνή της ήταν κάπως τρεμουλιαστή, σαν ζελέ.
-Είμαστε στο δάσος της πράσινης λίμνης, στην πλευρά των Ηλιαίων, είπε η Ηλιάνθη. Ο πατέρας μου μου έλεγε για αυτό το δάσος. Ο θρύλος λέει πως βαθιά μέσα σε αυτό υπάρχει η πράσινη λίμνη, μια λίμνη που όποιος βουτήξει στα νερά της θα βρεθεί στον πάτο ενός μπουντρουμιού όπου αν αντιμετωπίσει ένα φρικιαστικό πλάσμα θα του δοθεί ανείπωτη δύναμη που ξεπερνάει κάθε φαντασία. Πολλοί ταξιδιώτες έπεσαν στα νερά της κατά λάθος και πολλοί ατρόμητοι ιππότες εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς στον δρόμο για την αξεπέραστη δύναμή της…
-Πρέπει να πάμε σε αυτή τη λίμνη, είπε η απαλή φωνή του πνεύματος του αέρα. Όλοι γύρισαν προς το μέρος του και αντίκρισαν ένα κορίτσι κάπου 11 χρονών με πορτοκαλί πεταχτά μαλλιά, φόρεμα, κάπα και δύο μπάλες φωτός στα χέρια της

-Όταν ήμασταν στην παράλληλη διάσταση δεν είχαμε κανονικά σώματα αλλά τώρα που ήρθαμε και πάλι στο Ντίκα είμαστε ίδιες όπως 10.000 χρόνια πριν, τότε που ανήκαμε στο τελευταίο τάγμα του διαμαντιού. Το όνομα μου ως Ντικανή είναι Αλέρια και αυτή είναι η Φλόγα, είπε και με ένα νεύμα έδειξε προς την κατεύθυνση μίας 12χρονης με μάτια που σπίθιζαν και μαλλιά όρθια σαν φωτιά που έβγαζαν πορτοκαλί καπνούς. Είχε μία κάπα παρόμοια με τις Αλέρια και ένα σχεδόν ίδιο φόρεμα αλλά στο τέλος του φουστανιού και της κάπας της ξεπετάγονταν μικρές πορτοκαλί φλόγες
-Γεια σας, και ευχαριστώ πολύ που μας βγάλατε από τη φυλακή, είπε η Φλόγα, αλλά τώρα πρέπει να πάμε στην πράσινη λίμνη πριν να είναι πολύ αργά…
-Έχουμε να κοιμηθούμε δύο μέρες, δεν μπορούμε να σταματήσουμε για λίγες ώρες; είπε εξαντλημένη η Ηλιανθή.
-Εντάξει, είπε η Φλόγα, αλλά το ξημέρωμα θα ξεκινήσουμε για την πράσινη λίμνη που εκτός από το πλάσμα που φυλάει την αδιανόητη δύναμη εκεί ζει και η Τέρα Ουκ η μόνη που ξέρει τα πάντα στον Ντίκα.
-Ξέραμε και βλέπαμε και εμείς τα πάντα στην παράλληλη διάσταση αλλά τώρα που ήρθαμε στον Τίκα τα ξεχάσαμε όλα, είπε η Αλέρια.
-Ναι, θυμόμαστε μόνο τις παλιές μας ζωές και το ότι μας βγάλατε από εκεί.Δέκα χιλιάδες χρόνια πριν μας είχαν πει στο τελευταίο τάγμα του διαμαντιού πως η τέρα Ουκ ήταν μια χωριατοπούλα που έσωσε το χωριό της από ένα τρομερό κτήνος και το φυλάκισε κάτω από τη λίμνη. Εγκαταστάθηκε εκεί και έβαλε ένα τέρας να φυλάει την ανείπωτη σκοτεινή δύναμη που μπορεί να καταστρέψει τον Ντίκα. Τόσα χρόνια εκεί κάτω η τέρα Ουκ βρήκε το μυστικό της μακροζωίας και έμαθε τα πάντα. Στην μάχη με το τέρας έχασε το ένα της μάτι, είπε η Φλόγα και αμέσως στην μπάλα φωτός που κρατούσε στα χέρια της εμφανίστηκε το μάτι της Τέρα Ουκ και το έδειξε σε όλους.
-Η τέρα μπορεί να μας βοηθήσει να θυμηθούμε και να βοηθήσει τη Ματίλντα να ξαναμεγαλώσει, είπε η Αλέρια και έδειξε ένα κοριτσάκι έξι χρονών με μωβ μαλλιά μέχρι το πάτωμα και ένα φουστάνι σαν τρικυμία.
-Πού βρίσκομαι, ποιοι είστε εσείς και πού είναι η Χρυσάνθη και ο Ήλιας; ρώτησε με μια φοβισμένη παιδιάστικη φωνή.
-Πιστεύουμε πως επειδή πήγε στην παράλληλη διάσταση δύο φορές ο χρόνος του σώματός της αποσυντονίστηκε εντελώς και έτσι μπορεί σήμερα να είναι έξι και αύριο εβδομήντα, συνέχισε η Αλέρια.
-Γι’ αυτό ξεκινάμε το ξημέρωμα, είπε η Φλόγα. Πάω να βρω φύλλα ντουγκοτάμα για να σκεπαστούμε.
Και έτσι ξεκίνησε να περπατά μέσα στο σκοτεινό δάσος με το μανδύα της να μπλέκεται στα κλαδιά και τα αγκάθια να τη σκίζουν το φόρεμα μέχρι που έφτασε σε ένα ξέφωτο. Εκεί στο βάθος την περίμενε ένα πανύψηλο ντουγκοτάμα ψηλό ίσα με τα σύννεφα με πορτοκαλί και κίτρινα φύλλα που απλώνονταν έξι μέτρα μακριά. Η Φλόγα χρησιμοποίησε τις δυνάμεις της και κλήτευσε οκτώ μικρά φυλλαράκια που χωρούσαν στην παλάμη της. Τα πήρε και γύρισε πίσω στους άλλους.
Όταν έφτασε τους είπε να πάρουν από ένα φύλλο και να το βάλουν μπροστά από τα πόδια τους
-Τώρα προσπαθήστε να το κάνετε κομμάτια πατώντας το τρεις φορές.
Όλοι πήραν από ένα φύλλο και το έβαλαν μπροστά τους. Τις πρώτες δύο φορές που το τσαλαπάτησαν δεν έγινε τίποτα αλλά την τρίτη όταν το πόδι τους ακούμπησε το φύλλο τους ρούφηξε και βρέθηκαν στο χέρι της Φλόγας. Είχαν το ίδιο μέγεθος με το νύχι της.
-Κοιμηθείτε και θα κάνω εγώ τη σημερινή βάρδια είπε, και για να ζεσταθούν η Φλόγα θέρμανε το χέρι της. Όλοι αποκοιμήθηκαν κοιτώντας τα χιονισμένα αστέρια…
ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ
Όλοι οι ήρωες κοιμούνται και το δάσος δίνει στον καθένα ένα μήνυμα…
Γαλανός:
Ο Γαλανός άνοιξε τα μάτια του. Βρισκόταν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Μια γάτα ήταν σκαρφαλωμένη στην άκρη του μπαλκονιού. Η γάτα πήγε να πηδήξει. Ο γαλανός την έπιασε πριν το κάνει. Η γάτα πήδηξε και πήρε και αυτόν μαζί της στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας. Μετά ο Γαλανός άνοιξε τα μάτια του. Βρισκόταν πάλι στο δωμάτιο, μόνο που τώρα είχε λίγο περισσότερο φως και μπορούσε να διακρίνει το κρεβάτι της κόρης του. Η Ουρανία καθόταν στην άκρη του κρεβατιού της με το κεφάλι της κατεβασμένο και τα μάτια της κλειστά. Ο Γαλανός την πλησίασε σιγά σιγά και ξαφνικά το κεφάλι της σηκώθηκε. Τα μαλλιά της πετούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις και τα μάτια της ήταν μαύρα σαν την πίσσα. Ο Γαλανός πετάχτηκε πίσω τρομαγμένος και η Ουρανία ξεκίνησε να του μιλάει με μια απόκοσμη φωνή.
-Γεια σου γαλανέ, γιατί τρομάζεις; είμαι η κόρη σου, αλλά δεν το ξέρω… Αυτό που ξέρω είναι πως ο πατέρας μου είναι ο Γαλαξίας, φοράει μια γαλάζια κορώνα και μια μπλε κάπα και έχει μια μάσκα στο πρόσωπό του, είπε και η μάσκα που υπήρχε στη τσάντα του Γαλανού σαν να ήταν μαγνητισμένη βγήκε από μέσα της και κόλλησε στο χέρι της τερατώδους Ουρανίας με τα λάστιχα να κρέμονται στο κενό.
Το δωμάτιο εξαφανίστηκε από γύρω τους. Ο γαλανός και το κρεβάτι της Ουρανίας με αυτήν πάνω έμειναν να αιωρούνται στο κενό σαν να ήταν μαριονέτες. Η Ουρανία σαν να έφαγε οξύ το πρόσωπό της άρχισε να λιώνει και να στάζει στο κρεβάτι.
-Πρέπει να πεις την αλήθεια στην κόρη σου αλλιώς θα το μετανιώσεις πικρά… του είπε

Ο Γαλανός χωρίς να το θέλει άρχισε να πλησιάζει το κρεβάτι λες και ένα αόρατο χέρι τον έσπρωχνε προς τα μπρος
-Ακόμη και αν ο Ουρανόκι σε ανάγκασε να φοράς πάντα τη μάσκα δεν μπορείς να το κρύβεις για πολύ ακόμη, είπε ενώ πλησίαζε το Γαλανό, με το στόμα της να μεγαλώνει γρήγορα μέχρι που με μια αστραπιαία κίνηση τον έφαγε.
Τότε ο Γαλανός ξύπνησε και κοιτούσε την Ουρανία μέχρι να βυθιστεί σε ένα σκοτεινό ύπνο χωρίς όνειρα και γεμάτο τύψεις…
Αλέρια:
Η Αλέρια βρισκόταν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με πόρτες που είχαν πάνω ημερομηνίες: 100 μετά διαμαντιού 99 μετά διαμαντιού 98, 97, 101, 90, και στο τέλος του διαδρόμου είχε μια πόρτα που έγραφε από πάνω 102 Η Αλέρια ξεκίνησε να προχωράει και να ανοίγει τις πόρτες μία προς μία. Έβλεπε εικόνες από τότε που γνώρισε τη Φλόγα το 97 μετά διαμαντιού, τότε που είχαν ζωγραφίσει τα πρόσωπά τους με τις πένες τους, τον χειμώνα που είχε χιονίσει, τότε που είχαν κάνει λάθος στο μάθημα του πολλαπλασιασμού και της διαίρεσης και είχαν μείνει αυτή με ένα και η φλόγα με τρία μάτια για έξι μήνες…
Είχε περάσει τα καλύτερα χρόνια της ζωής της το τελευταίο τάγμα μαζί με τη Φλόγα. Όταν προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα με την ημερομηνία της γέννησής της πάνω δεν άνοιγε, ήταν κλειδωμένη. Μετά πήγε να ανοίξει την πόρτα που έγραφε την ημερομηνία της καταστροφής του διαμαντιού του αέρα.Όταν την άνοιξε, μέσα στο σκοτάδι αντίκρισε τη διευθύντρια του τελευταίου τάγματος να της λέει:
-Αλέρια ψάξε το κλειδί στο αχιόνιστο ντεύκα μέσα στη φωλιά του τελεκάνου, πήγαινε στο παλιό σου σχολείο και βρες τα άλλα κλειδιά. Όταν τα πιάσεις όλα θα καταλάβεις…
Μετά η διευθύντρια έγινε κομμάτια…
Φλόγα:

Η Φλόγα κοίταξε γύρω της. Βρισκόταν σε έναν σκοτεινό διάδρομο με πόρτες όλες ανοιγμένες εκτός από δύο. Η μία ήταν κλειδωμένη και από την άλλη στο τέρμα του διαδρόμου ακούγονταν οι κραυγές της Αλέριας. Η Φλόγα άρχισε να τρέχει προς την κλειστή πόρτα και προσπάθησε να φωνάξει την Αλέρια, αλλά φωνή δεν έβγαινε από το στόμα της.Σιγά σιγά τα πόδια της έγιναν βαριά σαν μολύβι και λίγο πριν φτάσει στην πόρτα δεν μπορούσε να τα κουνήσει καθόλου προσπάθησε να κουνηθεί λίγο αλλά έπεσε κάτω και όταν σηκώθηκε ήταν μέσα σε μια πράσινη γλίτσα.Ούτε τώρα μπορούσε να κουνηθεί και οι κραυγές της Αλέριας ήταν πιο σπαρακτικές από ποτέ.Τότε μια φωνή ακούστηκε από μέσα της και πρόσεξε ότι άλλα τέσσερα χέρια είχαν εμφανιστεί στα πλευρά της.Το μισό της πρόσωπο είχε παραμορφωθεί και μιλούσε με μια δική του φωνή επαναλαμβάνοντας το ίδιο πράγμα
-Δεν μπορείς να την προστατεύσεις ποτέ δεν μπόρεσες, δεν μπορείς να την προστατεύσεις ποτέ δεν μπόρεσες… και μετά η Φλόγα είδε μια εικόνα: ένα κλειδί μέσα σε μια φωλιά πάνω σε ένα δέντρο. Ήταν μοβ με γραμμές πάνω του και ακτινοβολούσε ένα αμυδρό μπλε φως.Mια γλυκιά φωνή έβγαινε από μέσα του. Τρύπωνε στο μυαλό της και θόλωνε τις αισθήσεις της.Το κλειδί έλεγε με τη γλυκιά του φωνή:
-Βρείτε με και βοηθήστε την Αλέρια, ελάτε κοντά μου σας παρακαλώ…
Η Φλόγα σαν υπνωτισμένη πλησίασε με αργά βήματα την εικόνα και σήκωσε το χέρι της να την αγγίξει.Είχε ξεχάσει εντελώς την Αλέρια που ούρλιαζε πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά, σπάραζε και η φωνή της θα μπορούσε να σπάσει τα τύμπανα της Φλόγας αλλά το μόνο που την ένοιαζε ήταν να αγγίξει αυτή την εικόνα με το λαχταριστό κλειδί…

Την ίδια στιγμή γύρω της εμφανίστηκαν όλοι: ο Πομ, η Ηλιάνθη, ο γιος και η κόρη του Γαλανού και ο ίδιος ο Γαλανός και η Ματίλντα όλοι είχαν υπνωτιστεί και η εικόνα επαναλάμβανε τόσο δυνατά τα λόγια που σκέπασαν τις κραυγές της Αλέριας ολοκληρωτικά. Όλοι άγγιξαν ταυτόχρονα την εικόνα και το σχήμα άλλαξε ξαφνικά και μεταμορφώθηκε σε ένα μαύρο διαμάντι που παλλόταν σαν να ήταν μια καρδιά και έβγαζε σιγά σιγά μαύρα κλαδιά που τους τύλιξαν όλους.Αυτοί δεν μπορούσαν να αντιδράσουν έτσι υπνωτισμένοι που ήταν και έτσι συνέχιζαν να κοιτάνε το μαύρο διαμάντι με λαχτάρα, μέχρι που γλυκιά φωνή σιγά σιγά έσβησε: βρείτε με για να βοηθήσετε την Αλέρια, βρείτε με για να βοηθήσετε την Αλέρια… και τότε μια δυνατή τρομακτική φωνή τους έβγαλε από την ύπνωση: και προσοχή στο μαύρο διαμάντι!
Η ΤΕΡΑ ΟΎΚ

Τότε ξύπνησαν όλοι τρομαγμένοι και είπαν να ξεκινήσουν πιο νωρίς. Ήταν ακόμα ξημερώματα όταν έφτασαν στην πράσινη λίμνη.Οι πρώτες πρωινές ακτίδες αντανακλούσαν στην παγωμένη λίμνη και ένα γαλαζοπράσινο φως πλημμύριζε το τοπίο.
Η Ματίλντα είχε γίνει περίπου τριών χρονών και έτσι δεν καταλάβαινε πολύ τι συνέβαινε οπότε απλώς ακολουθούσε τους άλλους και ο γιος του Γαλανού την κρατούσε από το χέρι. Η Φλόγα τους είπε όλους να κλείσουν τα μάτια τους και να σηκώσουν το κεφάλι τους προς τον ήλιο. Μετά πήρε λίγο κόκκινο χώμα από κάτω και ξεκίνησε να γράφει κάτι στους λαιμούς όλων, κάτι σύμβολα: έναν ήλιο, δύο κύματα και τρεις φυσαλίδες.Tους εξήγησε πως το νερό ήταν τόσο παγωμένο που αν έμπαιναν στη λίμνη δεν θα επιβίωναν ούτε πέντε δευτερόλεπτα, ο ήλιος υπήρχε για να τους ζεσταίνει, τα κύματα τα έβαλε για να βγάλουν λέπια και οι φυσαλίδες για να αναπνέουν. Στη Ματίλντα δεν έβαλε τίποτα γιατί είπε πως το στοιχείο του νερού θα τη βοηθήσει να επιβιώσει στο παγωμένο νερό
-Πηδήξτε!φώναξε η Φλόγα και όλοι βούτηξαν στα παγωμένα νερά της πράσινης λίμνης.
Αμέσως ένιωσαν ένα σουβλερό πόνο στα πλευρά, στα δάχτυλα των χεριών τους και στα πόδια τους ώσπου άρχισαν να βγάζουν λέπια και μεμβράνες μέχρι να γίνουν κάτι σαν γοργονάνθρωποι με διαφορετικές ουρές ο καθένας. Εκτός από τη Ματίλντα που με το που άγγιξε το νερό μεταμορφώθηκε σε ένα μικρό μωβ ψαράκι Όλοι κολύμπησαν πιο γρήγορα από όσο περίμεναν μέχρι τον πάτο της λίμνης Εκεί βρήκαν την πόρτα που οδηγούσε στο υπόγειο βασίλειο της Τερα Ούκ. Ήταν μια μεγάλη ξύλινη πόρτα που κανονικά θα είχε σαπίσει κάτω από το νερό δέκα χιλιάδες χρόνια, αλλά η μαγεία την έκανε να φαίνεται άθικτη. Την άνοιξαν και ξεκίνησαν το κολύμπι μέσα στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της σπηλιάς. Κανείς δεν πρόσεξε ότι στην πόρτα ήταν σκαλισμένα δύο μαύρα διαμάντια…
Μετά από λίγο βρήκαν τη σωστή σπηλιά και με το που μπήκαν τα σύμβολα σβήστηκαν από τους λαιμούς τους και οι ουρές και τα λέπια εξαφανίστηκαν από το σώμα τους. Όλοι κολύμπησαν με μανία προς τα πάνω μέχρι που βγήκαν από το νερό και ανέβηκαν σε μία βάρκα που βρήκαν να επιπλέει κοντά τους.Ξαφνικά κάτι ξεπήδηξε μέσα από το νερό. Ήταν η τέρα Ουκ.

Φορούσε τη γυαλιστερή πανοπλία της και κράδαινε το σπαθί της που ήταν τρία μέτρα μακρύ. Η ίδια ήταν ψηλή έξι μέτρα και το μάτι της λαμποκοπούσε στο σκοτάδι της σπηλιάς.
-Ποιοι είστε και τι θέλετε στη σπηλιά μου; ρώτησε με την τρομερή φωνή της.
-Είμαστε τα πνεύματα της φωτιάς και του αέρα, ξεκίνησε η φλόγα και της αφηγήθηκε την ιστορία τους. Τέλος τη ρώτησε αν μπορούσε να βοηθήσει τη Ματίλντα.
-Όχι δεν μπορώ να τη βοηθήσω και μπορεί να πεθάνει ανά πάσα στιγμή… όπως ΕΣΕΙΣ!
Τότε ένα κόκκινο φως εμφανίστηκε από κάτω τους και ύστερα ένα γιγάντιο πλάσμα αναδύθηκε από το νερό. Το μόνο που είδαν πριν τους κουκουλώσει ένα κύμα ήταν μια τρομακτική γκρίζα μάζα με πλοκάμια και ένα μάτι που γύρω του είχε δύο σειρές δόντια. Στο πάνω μέρος του 30μέτρου κτήνους, αυτό που νόμιζαν στην αρχή πως ήταν η Τέρα είχε το σπαθί πάνω από το κεφάλι της και μετά… σκοτάδι

-Γεια σας! Όλοι άκουσαν μια ήρεμη ονειροπόλα φωνή και ξύπνησαν αλλά ακόμα δεν έβλεπαν τίποτα.
-Μη φοβάστε, δεν κινδυνεύετε εκτός αν πείτε ψέματα. Δεν έχετε μάτια διότι η αλήθεια δεν είναι σχεδόν ποτέ ό,τι φαίνεται…συνέχισε η ήρεμη φωνή.
-Πού βρισκόμαστε; ρώτησε η Αλέρια
-Στο λάκκο της αλήθειας φυσικά. Δεν έχετε ακουστά την ιστορία;
-Όχι και δεν μας νοιάζει! πετάχτηκε η Ουρανία, πώς θα φύγουμε από εδώ;
-Σας νοιάζει… είπε η φωνή και η Ουρανία βυθίστηκε λίγο περισσότερο στο λάκκο της αλήθειας.
-Τώρα θέλεις να ακούσεις την ιστορία; ρώτησε η φωνή καθόλου παρεξηγημένη
-Πώς σε λένε; ρώτησε η Φλόγα.
-Δεν έχω όνομα, ή τουλάχιστον δεν το θυμάμαι. Ξέρετε είμαι πολύ καιρό εδώ… Μπορείτε να με λέτε Ανώνυμη ή να μου βγάλετε εσείς ένα όνομα. Ήρθα εδώ πολύ καιρό πριν γιατί ήθελα να δω την τέρα Ουκ που τελικά ήταν η ίδια το τέρας. Είχα έρθει με μερικούς άλλους, δεν θυμάμαι τα πρόσωπά τους. Όταν η Τέρα μας έριξε εδώ καταλάβαμε με τον καιρό πως αν έλεγες ψέματα βυθιζόσουν λίγο περισσότερο στο λάκκο και αν έλεγες όλα τα μυστικά σου με αλήθεια θα έβγαινες έξω. Δυστυχώς αυτοί που νόμιζα φίλους μου μου έλεγαν ψέματα… Ήθελαν να με παρασύρουν και να με ξεφορτωθούν. Προτίμησαν να βυθιστούν ολόκληροι στο λάκκο παρά να πουν τα μυστικά τους σε μένα. Ήρθε κι άλλος ένας, δεν θυμάμαι το όνομά του και δεν είδα ποτέ το πρόσωπό του. Και αυτός βυθίστηκε… Από τότε είμαι μόνη μου και επειδή δεν έχω πουθενά να πω την αλήθεια μου δεν μπορώ να βγω. Εσάς πώς σας λένε;
-Είμαι η Αλέρια, πνεύμα του αέρα.
-Με λένε Φλόγα και είμαι το πνεύμα της φωτιάς. Μαζί με την Αλέρια ήρθαμε στην Τερα Ούκ για να θυμηθούμε ό,τι μάθαμε στην παράλληλη διάσταση.
-Είμαι η Ηλιάνθη και ήρθαμε το γάτο μου και τον Πομ να βοηθήσουμε τη θεία μου να ξαναμεγαλώσει.
-Με λένε Ματίλντα.
-Είμαι η Ουρανία.
-Είμαι ο ξάδερφος της Ηλιάνθης και με μεγάλωσε η θεία μου η Ματίλντα. Με λένε Ηλία σαν τον θείο μου.
-Είμαι ο Γαλανός.
-Όχι, είπε η Ανώνυμη. Ναι, δηλαδή σε λένε Γαλανό αλλά δεν είσαι γνωστός με αυτό το όνομα…
-Πώς; ρώτησε ο Γαλανός.
-Είμαι πολύ καιρό εδώ, έμαθα να ξεχωρίζω το ψέμα από την αλήθεια. Τώρα για να βγούμε από τον λάκκο πες μας το γνωστό σου όνομα Γαλανέ.
-Με λένε, με λένε, το όνομά μου, το γνωστό μου όνομα είναι… Γαλαξίας!
-Τι; η Ουρανία κατάφερε να ανορθώσει μια άχρωμη πρόταση: Γιατί… δεν… μου… το… είπες..; ΓΙΑΤΙ; ούρλιαξε. Τόσο καιρό νόμιζα πως είχες πεθάνει!Η Ουρανία δεν το πίστευε αλήθεια αυτό, έτσι βυθίστηκε λίγο ακόμα στον λάκκο, μέχρι που ίσα μπορούσε να μιλήσει: Δεν είσαι ο πατέρας μου, είπε και ο λάκκος τη ρούφηξε ολοκληρωτικά.
-Όχι, φώναξε ο γαλανός, δεν είμαι ο πατέρας της, δεν είμαι ο πατέρας της. Ο λάκκος ρούφηξε και αυτόν. Όλοι ξεκίνησαν να λένε ψέματα, εκτός από την Ανώνυμη και τον Συνταγματάρχη Μουστάκια.Ο γάτος δεν είχε κανένα μυστικό, οπότε είχε και μάτια και περπατούσε με άνεση πάνω στον λάκκο, αλλά όταν είδε πως η αφέντρα του βυθίστηκε, τηλεμεταφέρθηκε μέσα σε αυτόν. Η Ανώνυμη άρχισε να βυθίζεται χωρίς τη θέλησή της. Ξύπνησαν σε μία σκοτεινή σπηλιά μετά από ώρες.
Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ
Το φως τους τύφλωσε και τα έβλεπαν όλα γαλάζια για πολλά λεπτά. Όλοι ψηλάφισαν τα πρόσωπά τους, βρίσκοντας τα μάτια τους πίσω στη θέση τους και το υπόλοιπο σώμα επίσης. Μόλις η όρασή τους καθάρισε, είδαν πως βρίσκονταν στην είσοδο μιας σπηλιάς με μπλε κρυστάλλους.Δίπλα τους βρισκόταν ένας καθρέφτης στο οποίο η Ανώνυμη πλησίασε παραπατώντας. Δεν είχε συνηθίσει ακόμα τα πόδια της. Έπεσε δύο φορές αλλά μόλις κατάφερε να διατηρήσει την ισορροπία της, δάκρυζε βλέποντας τον εαυτό της μετά από τόσα χρόνια.
Η Ουρανία που δεν είχε ξεπεράσει το σοκ, μπήκε στη σπηλιά τρέχοντας, αγνοώντας την σκαλισμένη επιγραφή από πάνω της.
-Γράφει: δε χάνονται όσοι αλλάζουν, τι να σημαίνει; ρώτησε η Ηλιάνθη.
-Πώς μάλλον η Ουρανία δεν ήταν η μόνη που μπήκε στη σπηλιά» διευκρίνησε η Φλόγα.
-Ακολούθησέ την! φώναξε ο Γαλανός τρέχοντας μέσα στη σπηλιά.
-Το νόημα δεν ήταν να πούμε όλα τα μυστικά μας με αλήθεια, είπε η Ανώνυμη ψηθιρίζοντας τον εαυτό της, αλλά να μοιραστούμε όσα πιο πολλά και στο τέλος να βυθιστούμε όλοι μαζί ο ένας για τον άλλον.
Όταν ο γαλανός πέρασε την επιγραφή, σαν να υπήρχε ένα πεδίο που απορροφούσε τον ήχο, οι κραυγές του για να ακολουθήσουν την Ουρανία σώπασαν και μία νεκρική ησυχία απλώθηκε στην είσοδο της σπηλιάς. Σιγά σιγά όλοι ακολούθησαν τον Γαλανό μέσα στη σπηλιά και δεν πίστευαν στα μάτια τους όταν αντίκρισαν εκατομμύριους γαλάζιους κρυστάλλους σε μάκρος χιλιομέτρων. Ο Πομ άγγιξε έναν κρύσταλλο, έβγαλε μια κραυγή και έπεσε πίσω κρατώντας το δάχτυλο που ακούμπησε τον κρύσταλλο.
Ο κρύσταλλος μετατράπηκε σε μαύρο χρώμα και στο δάχτυλο του Πομ άνοιξε μία μαύρη ρωγμή.
-Μην ακουμπάτε τους κρυστάλλους, είπε η Αλέρια με την απαλή φωνή της να αντηχεί στα τοιχώματα της σπηλιάς.
Ξαφνικά γονάτισε βαριανασαίνοντας, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη.Είχε μία απαλή απόχρωση του πράσινου και τις ίδιες ρωγμές με τον Πομ στο στόμα της. Η Φλόγα πήγε να την βοηθήσει, αλλά η Αλέρια απλώς έβαλε το δάχτυλό της στο στόμα και τους έκανε νόημα για να συνεχίσουν. Μόλις βρήκαν ένα ξέφωτο, η Ανώνυμη έγραψε ένα μήνυμα στο καλυμμένο με χώμα και βρύα πάτωμα.Έλεγε: Αυτή είναι η δεύτερη δοκιμασία, ο λαβύρινθος της τρέλας. Πρέπει να τον περάσουμε, χωρίς να χάσουμε τον μυαλό μας. Προσοχή! Μπορεί να εμφανιστούν παραισθήσεις, αλλά πρέπει να μείνουμε ενωμένοι.
Όταν όλοι το διάβασαν, ο Ηλίας έπιασε τη Ματίλντα από το χέρι και ξεκίνησαν την πορεία. Ύστερα από λίγο μια τρομακτική κραυγή ακούστηκε από τα δεξιά τους και ένα πλάσμα, μισό άνθρωπος, μισό αράχνη, πετάχτηκε από την ομίχλη. Όλοι χωρίστηκαν.Ο γαλανός έτρεξε μέσα στην ομίχλη, νομίζοντας πως η Ουρανία χρειαζόταν βοήθεια. Οι υπόλοιποι χωρίστηκαν από το τέρας.
Μέσα στην ομίχλη, η Ηλιάνθη έβλεπε κομμάτια από τη ζωή της στο παλάτι.
Τότε που γνώρισε τον Πομ, αλλά και σκηνές που δεν τις είχε στη μνήμη της. Σκηνές που ο πατέρας της έκλαιγε απαρηγόρητος στο θρόνο του. Σκηνές που οι υπηρέτες του συνταγματάρχη Μουστάκια έκλαιγαν πάνω στο μαξιλάρι του.
Και μία σκηνή όπου ο βασιλιάς διέταζε την αναζήτησή της. Έβλεπε τη στρατηγό Τίγρη, την πιο ικανή πολεμίστρια της φυλής της, να κραδαίνει το σπαθί της και το ένα της μάτι να είναι στραμμένο στην πράσινη λίμνη, μαζί με τον στρατιώτη του ήλιου, ένα ρομπότ ικανό να προκαλέσει τεράστιες καταστροφές και εκρήξεις αν χρειαστεί.
-Μας παγίδευσαν μέσα, σκέφτηκε φωναχτά η Ηλιάνθη και αμέσως κατάλαβε το λάθος της. Το στόμα της καλύφθηκε από μαύρες γρατζουνιές και η ομίχλη καθάρισε αποκαλύπτοντας τον συνταγματάρχη Μουστάκια που πήδηξε στην αγκαλιά της γουργουρίζοντας και έμειναν εκεί κουλουριασμένοι για μερικά λεπτά που τους φάνηκε αιώνας.
Η Αλέρια έβλεπε παντού κλειδωμένες πόρτες.
Έπρεπε να βρει το κλειδί και ήξερε που. Η Διευθύντρια, της έδωσε ένα στοιχείο. Έπρεπε να βρει το αχιόνιστο ντεύκα και να πάρει το κλειδί από τη φωλιά του τελεκάνου.

Ξάφνου η ομίχλη καθάρισε και βρέθηκε σε ένα ξέφωτο περιτριγυρισμένο από κρυστάλλους και ντεύκα. Στη μέση υπήρχε το αχιόνιστο και στην κορυφή του κάτι γυάλιζε.
-Το κλειδί.Μάλλον είναι πιο εύκολο από όσο νόμιζα, σκέφτηκε η Αλέρια. Ή μπορεί η τύχη επιτέλους να με ευνοεί,συμπλήρωσε.
Αλλά μόλις προσπάθησε να πιάσει τον κορμό για να σκαρφαλώσει πάνω, ένας τεράστιος πόνος της έσκισε τα χέρια και έπεσε πίσω από αυτόν, καθώς τα γεμάτα γρατζουνιές χέρια της έπαιρναν μια πρασινωπή απόχρωση.
-Τα πάντα έχουν ένα τίμημα, σκέφτηκε. Και πρέπει να πάρω αυτό το κλειδί.
Ξεκίνησε να σκαρφαλώνει στον ντεύκα, αγνοώντας τους πόνους των γρατζουνιών που ξέσκισαν το σώμα της και μπήγονταν όλο και πιο βαθιά στο δέρμα της. Στο τέλος έφτασε στην κορυφή και κατάφερε να πιάσει το κλειδί με τις τελευταίες της δυνάμεις. Μετά ένιωσε να πέφτει στο κενό.
Όλα μαύρισαν και ο νους της Αλέρια βούλιαξε στο πηχτό σκοτάδι. Ένα τέρας, όμοιο με αυτό που τους επιτέθηκε, σηκώθηκε από το σημείο που πριν από λίγα δευτερόλεπτα κειτόταν το σώμα της Αλέρια. Στο κέντρο αυτής της σκοτεινής μάζας υπήρχε μια αναλαμπή.
Το κλειδί ήταν στη θέση της καρδιάς της.

