Της Άννας Αβραμίδου
Με αφορμή τη συμπλήρωση τριών χρόνων από το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, είναι σημαντικό να αναφερθούμε σε ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών, με βάση μαρτυρίες επιβατών που χρησιμοποιούσαν τακτικά την επιβατική αμαξοστοιχία InterCity-62, η οποία εκτελούσε το δρομολόγιο Αθήνα–Θεσσαλονίκη. Το συγκεκριμένο δρομολόγιο το επέλεγαν νέοι άνθρωποι–κυρίως φοιτητές– αλλά και επιβάτες κάθε ηλικίας, καθώς μέχρι εκείνη τη μοιραία νύχτα θεωρούνταν ένα από τα ασφαλέστερα μέσα μεταφοράς.
Στις 28 Φεβρουαρίου 2023, περίπου στις 19:22, το επιβατικό τρένο αναχώρησε από την Αθήνα με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Με σχεδόν μία ώρα καθυστέρηση έφτασε στον σταθμό της Λάρισας στις 22:47 και δεκαπέντε λεπτά αργότερα, η αμαξοστοιχία IC-62 αναχώρησε με τελικό προορισμό τη Θεσσαλονίκη — έναν προορισμό στον οποίο δεν έφτασε…ποτέ! Στις 23:21 συγκρούστηκε με εμπορική αμαξοστοιχία στο ύψος του οικισμού Ευαγγελισμός, στον δήμο Τεμπών της Λάρισας. Η μετωπική σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα 57 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους και δεκάδες ακόμη να τραυματιστούν σοβαρά. Πενήντα επτά οικογένειες δεν ξαναείδαν ποτέ τους αγαπημένους τους μετά από εκείνη τη νύχτα, που συγκλόνισε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.
Ποια ήταν όμως τα αίτια αυτής της τραγωδίας; Καταρχάς, καθοριστικό ρόλο έπαιξε η χειροκίνητη διαχείριση της κυκλοφορίας και η απουσία λειτουργίας συστημάτων τηλεδιοίκησης. Η χάραξη της πορείας των τρένων γινόταν χειροκίνητα από τον σταθμάρχη Λάρισας, κάτι που φαντάζει αδιανόητο για τον 21ο αιώνα, όταν η τεχνολογία έχει τη δυνατότητα να διασφαλίζει υψηλά επίπεδα ασφάλειας. Το σύστημα τηλεδιοίκησης, που θα επέτρεπε τον κεντρικό έλεγχο και την επιτήρηση της κυκλοφορίας, δεν λειτουργούσε πλήρως στο συγκεκριμένο τμήμα της γραμμής. Ως αποτέλεσμα, δεν υπήρχε συνεχής έλεγχος της θέσης των συρμών, γεγονός που οδήγησε τα δύο τρένα να κινούνται στην ίδια γραμμή με αντίθετη κατεύθυνση για αρκετά λεπτά της ώρας.
Επιπλέον, απουσίαζαν σύγχρονα συστήματα αυτόματης προστασίας και αποφυγής ατυχημάτων. Το ευρωπαϊκό σύστημα αυτόματης πέδησης έχει τη δυνατότητα να επιβραδύνει ή να ακινητοποιήσει αυτόματα ένα τρένο σε περίπτωση παραβίασης σηματοδότησης ή λανθασμένης πορείας. Ωστόσο, ούτε αυτό λειτουργούσε στο συγκεκριμένο τμήμα της γραμμής. Έτσι, ένα τεχνολογικό μέσο που θα μπορούσε να αποτρέψει την τραγωδία παρέμενε ανενεργό, με ολέθριες συνέπειες.
Μαρτυρίες επιβατών που χρησιμοποιούσαν συχνά τη συγκεκριμένη αμαξοστοιχία αποκαλύπτουν πως τα προβλήματα δεν ήταν άγνωστα. Άνθρωποι που, από τύχη, δεν βρίσκονταν στο τρένο τη νύχτα του δυστυχήματος κάνουν λόγο για συχνές ελλείψεις και βλάβες. Ενδεικτικά, την περίοδο 2014–2015, επιβάτες αναφέρουν ότι το τρένο σταμάτησε αιφνιδίως στην περιοχή των Τεμπών και τους ζητήθηκε να αποβιβαστούν λόγω εργασιών στις γραμμές. Στις 4:00 τα ξημερώματα, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση, αναγκάστηκαν να περπατήσουν περίπου δεκαπέντε λεπτά με τις αποσκευές τους μέχρι τα ΚΤΕΛ, προκειμένου να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Για την ταλαιπωρία αυτή δεν υπήρξε ποτέ αποζημίωση!
Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι το δυστύχημα των Τεμπών ανέδειξε σοβαρές ελλείψεις στον τομέα της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών. Πολλά συστήματα είτε υπολειτουργούσαν είτε δεν λειτουργούσαν καθόλου. Από μαρτυρίες διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη συνεννόηση δεν αποτέλεσε μεμονωμένο γεγονός της μοιραίας νύχτας, αλλά ένα πρόβλημα που προϋπήρχε. Τα τρία χρόνια από την ημέρα της τραγωδίας δεν αποτελούν μόνο ημέρα μνήμης· είναι υπενθύμιση της ανάγκης για δικαιοσύνη, για ουσιαστικές αλλαγές και έμπρακτη διασφάλιση της ακεραιότητας της ανθρώπινης ζωής. Στη μνήμη των θυμάτων, οφείλουμε να απαιτούμε με ένα σύστημα μεταφορών που να προστατεύει τη ζωή, ώστε καμία άλλη οικογένεια να μη θρηνήσει αγαπημένα πρόσωπα, εξαιτίας αμέλειας ή κακής οργάνωσης.
