Στο εδώλιο ενός απαθούς κατηγορουμένου
της Σοφίας Τάγκαλη
«Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα, πλέον δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». Καταδικάζοντας την καταπίεση που επιβάλλουν τα αδηφάγα μάτια μίας «αδέκαστης» κοινωνίας, ο Β. Μαγιακόφσκι χρησιμοποίησε την ποίηση ως όπλο για να εκφράσει τις κοινωνικές του ανησυχίες. Οι καταπιεσμένοι αποδέχονται αγόγγυστα οποιαδήποτε αδικία διαπράττεται εις βάρος τους, σιωπούν και τελικά ποδοπατώνται ολοκληρωτικά. Ο Β. Μαγιακόφσκι γνώριζε πως η σιωπή είναι συνενοχή. Πράγματι, θα μπορούσε κανείς να προβληματιστεί -ή ακόμα και να καταδικάσει- την παθητική στάση των καταπιεσμένων ή την βίαιη συμπεριφορά των αυτουργών. Ποιος είναι αυτός όμως που θα καταδικάσει τους αδρανείς μάρτυρες, αυτούς που παρατηρούν με απάθεια τα σοκαριστικά γεγονότα και σιωπούν εκούσια;
Το bystander effect, γνωστό ως το φαινόμενο του παρατηρητή, αποτελεί μία ψυχολογική θεωρία σύμφωνα με την οποία τα άτομα που γίνονται μάρτυρες σε κάποιο συμβάν είναι λιγότερο πιθανό να προσφέρουν βοήθεια σε ένα θύμα παρουσία άλλων ανθρώπων. Όλοι μας έχουμε την πεποίθηση -ή μάλλον τρέφουμε την ψευδαίσθηση- ότι την κρίσιμη στιγμή θα γίνουμε οι «ήρωες» της ημέρας, σπεύδοντας να αντιμετωπίσουμε οποιαδήποτε πρόβλημα και να βοηθήσουμε αυτόν που βρίσκεται σε ανάγκη. Δυστυχώς όμως για εμάς, δεν είμαστε «ήρωες». Ποτέ δεν ήμασταν. Οι θαμποί φακοί με τους οποίους βλέπουμε και θαυμάζουμε μια διαστρεβλωμένη και συνεπώς ωραιοποιημένη εικόνα του εαυτού μας, αναπόφευκτα ραγίζουν και διασπώνται σε μικροσκοπικά κομμάτια φέρνοντάς μας (αν και καθυστερημένα) κατάματα με μια σκληρή αλήθεια: έναν «ήρωα» θνητό, τρωτό, ευάλωτο στις κακουχίες της πραγματικότητας. Μια φθαρμένη μαριονέτα, τα άλλοτε γεμάτα ζωντάνια μάτια της οποίας κοιτούν πλέον με ένα βλέμμα απαθές την καταστροφή που λαμβάνει χώρα μπροστά τους.
Στο λαϊκό δικαστήριο της φθαρμένης και απαθούς αυτής μαριονέτας, το αίσθημα διαμοιρασμού της ευθύνης με τους υπόλοιπους παρατηρητές δεν αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο. Κοιτάζοντας βαθύτερα στα αίτια της συμπεριφοράς των αμέτοχων παρατηρητών διαπιστώνουμε μια ανάγκη συμπεριφοράς με κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους. Στην εποχή του υπέρτατου ατομικισμού, της προσκόλλησης στο «Εγώ» και της επακόλουθης αδιαφορίας για τον συνάνθρωπο οποιαδήποτε έντονη αντίδραση που κλονίζει το λεπτομερώς οικοδομημένο «image» ενός ανθρώπου είναι κατακριτέα και συνεπώς καταστροφική. “Όσο δεν συμβαίνει σε εμένα δεν υπάρχει πρόβλημα”. Το υπέρλαμπρο moto του παρατηρητή που προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του -ή έστω τα υπολείμματα της συνείδησής του- ότι δεν χρειάζεται να εμπλακεί, λειτουργεί σαν το αναλγητικό που καταπραΰνει προσωρινά τον πόνο ενός χρόνιου ασθενή. Το αναλγητικό αυτό χορηγείται τακτικά και η δοσολογία του -ευτυχώς για τον ασθενή!- δεν έχει όριο. Η μοναδική εξαίρεση στον κανόνα: Όταν η υπεραντίδραση γίνει η νέα τάση αντικαθιστώντας την απάθεια, η σιωπή γίνεται μια έκρηξη οργής που εκφράζεται με μαζικές κινητοποιήσεις (άνευ πολιτικών σκοπιμοτήτων!) και κακογραμμένα posts των εκάστοτε αγανακτισμένων…
Η σιωπή όμως είναι εκούσια ή επιβεβλημένη; Ο άνθρωπος, φιλοπερίεργος και ευαίσθητος, όπως κάθε άλλο έμψυχο όν, έχει έμφυτο το αίσθημα του φόβου. Ο φόβος αυτός που περιπλανιέται σαν φάντασμα και στοιχειώνει τις σκέψεις του μάρτυρα, παγώνει τις αρθρώσεις και τις σκέψεις του, καθιστώντας τον ανήμπορο να αντιδράσει. Ο μάρτυρας φοβάται πως θα γίνει το επόμενο θύμα. Σε αυτήν την τραγωδία με την Ισμήνη να είναι πλέον πρωταγωνίστρια, η Αντιγόνη περισσεύει. Η δειλία έρχεται να αντικαταστήσει την γενναιότητα μπροστά σε μία άνιση μάχη ενάντια σε κάθε τυραννική εξουσία. Η φρίκη που προκαλεί η σκέψη και μόνο των επακόλουθων επιπτώσεων που μπορεί να επιφέρει η απόπειρα υπεράσπισης του θύματος αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα. Ο ίδιος ο θύτης, κατάπτυστος και εκδικητικός, χαιρέκακο αρπακτικό του τρέφεται από τα δάκρυα του θύματος, εκμεταλλευόμενος τον φόβο και την σιωπή αποκτά αυθαίρετα το δικαίωμα να επαναλάβει την συγκεκριμένη συμπεριφορά: Να καταπιέζει, να τραυματίζει ψυχικά και τελικά να επιρρίπτει ευθύνες στους αμέτοχους.
Αθώος ή ένοχος; Περιμένοντας στο εδώλιο την ετυμηγορία, ο απαθής κατηγορούμενος παραμένει φαινομενικά αδιάφορος για το αποτέλεσμα. Ίσως βαθιά μέσα του μετανιώνει για την αδράνεια του παρελθόντος. Κοιτάζει για ακόμη μία φορά το παγωμένο βλέμμα της αδέκαστης κοινωνίας πεπεισμένος πια ότι δεν υπάρχει ελπίδα. Ο ίδιος όμως δεν μαθαίνει ποτέ την απόφαση. Την ύστατη στιγμή, ο δικαστής, ο εισαγγελέας, οι ένορκοι, οι συνήγοροι έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για την υπόθεση, στρέφουν το γεμάτο οργή βλέμμα τους στον επόμενο απαθή μάρτυρα και ετοιμάζονται να τον καταδικάσουν…

