Eργασίες που εκπονήθηκαν στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου σχετικά με την Μικρασιατική Καταστροφή από τους μαθητές του τμήματος Γ1 Χρυσή Βλάχου και Σωκράτη – Στέφανο Βαφειά, με υπεύθυνη καθηγήτρια τη Βότση Ελένη, Φιλόλογο.

«Μην κλαις, Μικρά Ασία για την καταστροφή σου! Εμείς, τα παιδιά σου δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ! Θα είσαι πάντα μέσα στην καρδιά μας». Φιλιώ Χαϊδεμένου

ΖΑΝΝΕΙΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Σχολικό Έτος: 2021-2022

Μάθημα: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ

Υπεύθυνη καθηγήτρια: ΕΛΕΝΗ ΒΟΤΣΗ (ΠΕ02)

Εργασία: Α΄ ΤΕΤΡΑΜΗΝΟΥ – ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΣΥΓΓΕΝΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

ΧΡΥΣΗ ΒΛΑΧΟΥ, Γ1

 

Η μικρασιατική καταστροφή μέσα από τις μαρτυρίες της προγιαγιάς μου

 

Η ζωή είναι ένας αγώνας, άλλες φορές ευνοϊκός και άλλες φορές δύσβατος. Κάτι πραγματικά συγκινητικό για εμένα είναι όταν κάποιος καταφέρει να ξεπεράσει τα εμπόδια της ζωής με τον δικό του τρόπο και τη δική του προσπάθεια, αναδεικνύοντας τον εαυτό του δυνατό.

Με αφορμή αυτό το ζήτημα, θα ήθελα να σας κάνω λόγο για τον βίο της προγιαγιάς μου, δηλαδή της μητέρας του παππού μου.

Η προγιαγιά μου είχε γεννηθεί στη Σμύρνη, αν και δεν θυμόμαστε ακριβώς την ημερομηνία γέννησής της, και ήταν παιδί πολυμελούς οικογένειας. Η οικογένειά της είχε μια σχετικά καλή ζωή. Πηγή εσόδων ήταν το μαγαζί που είχαν στην περιοχή της Σμύρνης. Έκανε κάποια στιγμή και την δική της οικογένεια και ας ήταν ακόμη νέα. Η ηλικία της δεν την εμπόδισε όμως, να είναι ιδιαίτερα στοργική μητέρα και σύζυγος.

Όλα άλλαξαν κατά τη διάρκεια του διωγμού στη Σμύρνη. Εκείνη και η οικογένειά της εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο καταγωγής τους χάνοντας όλη τους την περιουσία και κατευθύνθηκαν ως πρόσφυγες προς την Ελλάδα. Το ταξίδι, βέβαια, δεν ήταν εύκολο. Μάλιστα, έχασε αδέρφια και μικρά παιδιά από τις κακουχίες, την πείνα, το κρύο και τις αρρώστιες. Η μόνη της παρηγοριά ήταν ότι ποτέ δεν θα ήταν μόνη, έχοντας τους επιζώντες συνοδοιπόρους της μαζί της.

Ωστόσο, ο θρήνος και η κούραση ήταν μια αφόρητη κατάσταση που βίωναν. Διέσχισαν θάλασσες, ερημωμένα μέρη και βουνά μέχρι να φτάσουν στην Ξάνθη. Αν και ο κίνδυνος που απειλούσε τη ζωή τους, στην Ξάνθη έπαψε να υφίσταται, η προσαρμογή σε μια καινούρια ζωή με τόση ψυχική επιβάρυνση λόγω των απωλειών αγαπημένων προσώπων τους και της πατρίδας τους, ήταν δύσκολη. Δεν μπορούσαν να ενταχθούν στην κοινωνία, οι καινούριοι συγχωριανοί δεν τους δέχονταν, κατηγορώντας τους ως Τούρκους, ενώ οι αναμνήσεις από όσα είχαν υποστεί είχαν τραυματίσει μόνιμα τις ψυχές τους.

Έπειτα από ιδιαίτερη προσπάθεια, ξαναέφτιαξε τη ζωή της. Άλλαξαν οικογενειακώς το επίθετό τους, από Μπακριτζής σε Χαλκόπουλος, με σκοπό τη μείωση των αμέτρητων διακρίσεων που δέχονταν λόγω της μικρασιατικής προέλευσής τους. Τα αδέρφια της που επέζησαν και εκείνη ζούσαν κοντά και παρέμειναν δεμένα, έχοντας στην καρδιά τους όσους χάσανε στην πορεία του ξεριζωμού…

Αν και εγώ δεν την έζησα, η μητέρα μου έχει έντονη ανάμνηση από εκείνη, να διηγείται αυτές τις ιστορίες με δάκρυα στα μάτια και με πόνο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της. Όλες αυτές τις τραυματικές εμπειρίες που βίωσε δεν ήταν εύκολο να τις ξεπεράσει. Μάλιστα, με παράπονο έλεγε ότι στην Σμύρνη τούς έδιωχναν ως Ρωμιούς, ενώ στην Ελλάδα ως Τουρκόσπορους!

Τελικά, η προγιαγιά μου δεν σταμάτησε να διηγείται τις ιστορίες από τη ζωή στη Μικρά Ασία και τον ξεριζωμό, μέχρι τον θάνατό της, στην ηλικία των ογδόντα οκτώ χρόνων.

Ο βίος της με συγκινεί, καθώς βίωσε και ξεπέρασε πολλά βάσανα. Ο διωγμός αυτός της προξένησε αμέτρητα βάσανα και της κόστισε σχεδόν τη ζωή της. Αν και ήταν νεαρή όταν συνέβησαν αυτά τα τραγικά γεγονότα, κατάφερε να επιβιώσει και να ξεπεράσει σταδιακά ό,τι της στάθηκε ως εμπόδιο.

Από τη μνήμη της ποτέ δεν σβήστηκαν αυτές οι στιγμές, οι μακάβριες εικόνες ακόμα και των ίδιων της των παιδιών να ξεψυχούν στα χέρια της από την αδυναμία και τις κακουχίες. Η ελληνική κοινωνία δεν αποδέχτηκε εύκολα την οικογένειά της, γι’ αυτό και ρίσκαραν πολλά για να γίνουν μέλη της.

Παρόλα αυτά, μέχρι τον θάνατό της, αφηγούταν τα βιώματά της στις επόμενες γενιές, χωρίς να αφήσει έτσι τη φλόγα των ψυχών των ανθρώπων, της μνήμης των χαμένων πατρίδων, των γεγονότων της μικρασιατικής καταστροφής και του αγώνα των προσφύγων να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, να σβήσει.

ΖΑΝΝΕΙΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Σχολικό Έτος: 2021-2022

Μάθημα: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Υπεύθυνη καθηγήτρια: ΕΛΕΝΗ ΒΟΤΣΗ (ΠΕ02)

Εργασία: Α΄ ΤΕΤΡΑΜΗΝΟΥ – ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ:

ΓΙΑΓΙΑ ΦΙΛΙΩ Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΣΣΑ. ΧΑΪΔΕΜΕΝΟΥ ΦΙΛΙΩ (ΕΚΔ. ΜΩΒ ΣΚΙΟΥΡΟΣ)

ΣΩΚΡΑΤΗΣ – ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΒΑΦΕΙΑΣ, Γ1


Φιλιώ Χαϊδεμένου

28 Οκτωβρίου 1899 – Αθάνατη!

 

«Μην κλαις,Μικρά Ασία για την καταστροφή σου!

Εμείς, τα παιδιά σου δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ!

Θα είσαι πάντα μέσα στην καρδιά μας».

 

Η Φιλιώ και η οικογένειά της, όταν επέστρεψαν από τη Νάξο στην Ηπειρωτική Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν στο Μοσχάτο. Ένας συγγενής τους, Σιδερής κι αυτός, τούς πρότεινε να εγκατασταθούν σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο χημικών. Καθώς δεν είχαν άλλη επιλογή, καθάρισαν την αποθήκη και έμειναν εκεί. Σε όλη την περιοχή υπήρχαν αποθήκες όπου ζούσαν πρόσφυγες. Οι συνθήκες διαβίωσης εκεί ήταν άθλιες. Το πάτωμα ήταν στρωμένο με τούβλα που είχαν κενά ανάμεσά τους. Έτσι δεν υπήρχε καν χώρος να κοιμηθούν αλλά ούτε και κάτι να στρώσουν κάτω. Είναι τραγικό, άνθρωποι νοικοκυραίοι, οι οποίοι είχαν μάθει στην πολυτέλεια και τις ανέσεις και που ζούσαν μια τελείως διαφορετική ζωή στη Σμύρνη, να αναγκάζονται αλλά και να προσαρμόζονται σε τέτοιες συνθήκες. Αυτή είναι και μια ικανότητα  του ανθρώπου, που προκαλεί σε όλους θαυμασμό.

Οι πρόσφυγες ανέχονταν υπομονετικά αυτή την κατάσταση, γιατί θεωρούσαν προσωρινή τη διαμονή τους στην Ελλάδα. «Δεν θα αργήσει η μέρα της επιστροφής!» σιγοψιθύριζαν  όλοι. Δώδεκα οικογένειες στριμώχτηκαν σε εκείνη τη σκοτεινή αποθήκη, χωρίς στρώμα να κοιμηθούν. Σε μια αποθήκη 12Χ4. Το ανήσυχο πνεύμα των ανθρώπων και η εφευρετικότητά τους, τούς έκανε να μαζέψουν τσουβαλάκια και να φτιάξουν διαχωριστικά, για να μπορεί η κάθε οικογένεια να έχει τον δικό της προσωπικό χώρο. Με χιούμορ αντιμετώπιζαν τις δυσκολίες και με καλαμπούρια μεταξύ τους!
«Λοιπόν, εδώ είναι η κρεβατοκάμαρα μας, εδώ η κουζίνα, εδώ το καθιστικό μας!» Έδειχναν τον χώρο, γελούσαν κι έτσι έδιναν κουράγιο ο ένας στον άλλον. Κατάφεραν να αντέξουν και να συνέλθουν. Στο Μοσχάτο έμειναν με αυτό τον τρόπο σε αυτήν την αποθήκη δύο με δυόμισι χρόνια όλοι μαζί.
Η Φιλιώ πήρε τη ζωή στα χέρια της και ανέλαβε να «ζήσει» την οικογένειά της.
Δούλεψε στον μπάρμπα Γάλλο, όπου εκεί έφτιαχναν γυναικεία και αντρικά καπέλα. Η ίδια έραβε τα γυναικεία. Στου Δάμα, στο Μοναστηράκι με μόνο αντρικά καπέλα. Σε καπελάδικο στην Καστέλα. Στον Γιώργο τον Χαϊδεμένο, στην Ομόνοια, τον οποίο και παντρεύτηκε. Το μετέτρεψαν στη πορεία σε καθαριστήριο- καπελάδικο. Αργότερα, δούλεψε σε ένα καινούριο κατάστημα του άντρα της στη Φωκίωνος.

Την περίοδο που εργαζόταν η Φιλιώ στην Καστέλα, το ελληνικό κράτος παραχώρησε στους πρόσφυγες παράγκες. Οι παράγκες αυτές ήταν κάτι τετράγωνες κατασκευές με μεγάλα κενά ανάμεσα στις σανίδες τους. Όπως λέει η Φιλιώ χωρούσε ολόκληρο το χέρι σου μέσα σε αυτές. Η οικογένεια της Φιλιώς πήρε την παράγκα στην περιοχή που σήμερα είναι ο Ταύρος.
Αρχικά πήραν χαρτί κι έκλεισαν τις χαραμάδες. Μια επίσης, δύσκολη κατάσταση που αντιμετώπισαν ήταν με τους κοριούς, οι οποίοι έπεφταν πεινασμένοι, όπως λέει πάνω τους. Με θειάφι που αγόραζαν από φαρμακείο σε μία πάροδο της Αθηνάς, το οποίο έκαιγαν, κατάφερναν να τους διώξουν, καθώς δεν άντεχαν τις αναθυμιάσεις.

Η Φιλιώ, για να καλυτερεύσει τις συνθήκες ζωής τους, πήρε ένα πριόνι και άρχισε να πριονίζει το πάτωμα. Έκοψε ένα τετράγωνο κομμάτι και με αυτόν τον τρόπο έκλεισε την παράγκα. Έφτιαχνε πλίθρες φέρνοντας νερό από τα περιβόλια σε τενεκέδες και βγάζοντας μαλακό χώμα από το πάτωμα. Όταν τις έφτιαχνε τις τοποθετούσε τη μία δίπλα στην άλλη κολλητά στις σανίδες της παράγκας. Τα κενά που υπήρχαν τα γέμισε με λάσπη και σιγά-σιγά φτιαχνόταν ένας τοίχος. Την ίδια τακτική ακολούθησαν και άντρες που την είδαν στο συνοικισμό και άρχισαν κι αυτοί να χτίζουν τα δικά τους σπίτια. Όλοι καταλαβαίνουμε πόσο άσχημες ήταν και οι συνθήκες υγιεινής, σχεδόν πρωτόγονες. Οι κάτοικοι των προσφυγικών καταλυμάτων αναγκάζονταν κρατώντας ως παραπετάσματα τσουβάλια να κάνουν μπάνιο έξω στους δρόμους. Εκεί όμως μαζεύονταν και Βλάχοι προκειμένου να δουν τα κορίτσια να κάνουν μπάνιο. Τα κορίτσια έπαιρναν πέτρες και τους πετούσαν, για να τους διώξουν, ενώ η Φιλιώ βρήκε τη λύση, καθώς κατάφερε να αγοράσει μία σκάφη αξίας εικοσιπέντε δραχμών, για να μπορεί να κάνει μπάνιο μέσα στο σπίτι.

Η Φιλιώ ήταν η μόνη που εργαζόταν από την οικογένεια και τα χρήματα ήταν πολύ λίγα. Από την Καστέλα που δούλευε πήγαινε με τα πόδια παντού, καθώς δεν περίσσευαν χρήματα για συγκοινωνίες. Μια έντονη αντίδραση της μητέρας της, μας θύμισε τη ζωή που έκαναν στη Σμύρνη σε σύγκριση με αυτήν στην Ελλάδα. Όταν της ζήτησε η Φιλιώ από το μεροκάματό της να πάρει μισή οκά ρύζι, πενήντα λεπτά σάλτσα ντομάτας και εικοσιπέντε δράμια λάδι, για να κάνουν πιλάφι η μητέρα που τόσο καιρό προσπαθούσε να κρατηθεί δεν άντεξε και ξέσπασε φωνάζοντας «Θεέ μου γιατί με κατάντησες έτσι; Εγώ που είχα το λάδι μου κι έλεγα φέρτε κι άλλο λάδι μην περάσει κανένας και χρειαστεί να του δώσουμε, να πάω να αγοράσω εικοσιπέντε δράμια;»

Η αλήθεια είναι ότι εκείνη την περίοδο το ελληνικό κράτος ήταν μία κατεστραμμένη χώρα οικονομικά και ηθικά μετά τον μικρασιατικό πόλεμο και τη μικρασιατική καταστροφή. Δεν είχε τη δυνατότητα να φροντίσει τον τεράστιο αριθμό προσφύγων που έφτασαν στην Ελλάδα. Άλλωστε με την απογραφή που ολοκληρώθηκε το 1928 καταγράφηκαν 1.220.000 πρόσφυγες. Οι συνθήκες, λοιπόν, διαβίωσής τους ήταν πολύ σκληρές. Όμως, οι άνθρωποι αυτοί ξεπέρασαν τα όρια τους και βρήκαν αποθέματα δυνάμεων. Έτσι όχι μόνο επέζησαν, αλλά μπόλιασαν και τον ντόπιο ελληνικό λαό και του έδωσαν νέα ώθηση, εξαιτίας της μόρφωσης και του πολιτισμού που είχαν. Στη Μικρά Ασία κατάφεραν να γίνουν πολύτιμο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Πάντα όμως, με τη θύμηση στις χαμένες πατρίδες, στη Μικρά Ασία και την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψουν στα σπίτια τους και την παλιά τους ζωή.

Οι άνθρωποι «φεύγουν», οι μνήμες «αδυνατίζουν»,

η γνώση «χάνεται»…

Υποχρέωσή μας να μάθουμε για τις χαμένες πατρίδες,

τη ζωή, τη δράση και τον πολιτισμό

του μικρασιατικού πολιτισμού…

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης