«Η γιαγιά μου», Κλεόβουλος Πατσώνας

Η πρώτη και μεγαλύτερη αγάπη της ζωής μου υπήρξε η γιαγιά μου. Ρίτσα τη φωνάζαμε. Αν και μικρός δεν ήθελα να το παραδεχτώ, για να μην κάνω τους άλλους να νιώσουν άσχημα, της είχα τέτοια αδυναμία που νομίζω πως οι λέξεις δεν μου φτάνουν, για να την περιγράψουν.
Η γιαγιά ήτανε πανέμορφη, το πρόσωπό της ήταν συμμετρικό και είχε τα πιο γοητευτικά μάτια που έχω δει. Άλλοτε φαινόντουσαν πράσινα σαν το γρασίδι, άλλοτε μπλε σαν τα νερά της Ελλάδας και άλλοτε γκριζωπά. Θυμάμαι τα χρυσαφένια μαλλιά της που τα έκανε μπούκλες με αυτά τα παραδοσιακά ρολά.
Θυμάμαι τα γλυκά της χεράκια που με χάιδευαν σαν να ήταν χθες. Με τα χεράκια αυτά έφτιαχνε τα πάντα τέλεια. Ήθελε να μας παρέχει ό,τι καλύτερο υπήρχε. Για παράδειγμα έχω ακόμη τη γεύση από τα υπέροχα ωτία που έκανε με τόση τέχνη.
Θυμάμαι ακόμα τη φωνή της, πιο γλυκιά και από το μέλι. Ποτέ δεν την είχα ακούσει να λέει κάτι κακόβουλο για κάποιον, ούτε και να βρίζει. Θυμάμαι που μας φώναζε, τα εγγόνια, κάθε καλοκαιρινό πρωινό, κάθε γιορτή «Α πουλίμ, α γιαβρίμ, α τσικάριμ, α νεφρόμ».
Ήταν ο πιο τίμιος, ο πιο ευγενικός, ο πιο καλοπροαίρετος άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Πάντα, όταν ήμουν δίπλα της, όλα έβγαζαν τον καλύτερό τους εαυτό. Ο ήλιος λαμποκοπούσε πιο πολύ από ποτέ, η βροχή έβγαζε τους πιο χαλαρωτικούς ήχους, οι μυρωδιές έσπαγαν τις μύτες, τα χρώματα ήταν εντονότερα, τα φαγητά γευστικότερα και τα χέρια της απαλότερα.
Θυμάμαι να δακρύζω από τα γέλια με τη γιαγιά. Έκανε τα πάντα για να μας βλέπει χαρούμενους. Δεν μπορούσε να μας χαλάσει χατίρι. Το «όχι» το είχε διαγράψει από το λεξιλόγιό της για εμάς.
Θυμάμαι ακόμα τις βόλτες στη γειτονιά. Με πήγαινε να δω κάτι μπουλντόζες που δούλευαν εκεί κοντά λόγω κάποιων εργοταξίων και κάτι κοτούλες που είχε σ’ ένα μαντρί ένας κυριούλης. Κάθε βόλτα μαζί της ήταν μοναδική. Ευχαριστιόσουν τη ζωή πιο πολύ από ποτέ. Άλλωστε και αυτή το ίδιο σκεπτικό είχε. Αγαπούσε τη ζωή πολύ.
Αυτό μαζί και με το ότι ήθελε να μας δει να μεγαλώνουμε υπήρξαν τα μεγαλύτερα κίνητρά της, για να αντέξει τα χρόνια που άντεξε. Ήταν και είναι ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της ζωής μου καθώς και ένα κίνητρο για πολλά πράγματα, το χαρακτηριστικότερο το να γίνω γιατρός.
Θυμάμαι που της έλεγα μικρός «Γιαγιά, όταν θα μεγαλώσω θα γίνω γιατρός, για να σε κάνω καλά, γιατί σ’ αγαπώ πάρα πολύ!» και αυτή μου απαντούσε «Μου έδωσες το καλύτερο φάρμακο, που με αγαπάς».
Όλες οι στιγμές μαζί της έγιναν αναμνήσεις. Είναι πολύ κρίμα που δεν πρόλαβα να τη γιατρέψω παραπάνω.
Σχολιάστε
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.


