«Χαμηλές προσδοκίες», Αγραφιώτη Ιωάννα

«Χαμηλές προσδοκίες», Αγραφιώτη Ιωάννα

Στο παγκάκι της πλατείας, λίγο πριν αρχίσει να πέφτει το φως, καθόταν ο Νικόλας. Έδειχνε να παρατηρεί τους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα άφηνε τον χρόνο να κυλά. Το μπαστούνι ήταν ακουμπισμένο δίπλα του, σχεδόν αθόρυβο, σαν να είχε μάθει κι αυτό να μην τραβάει την προσοχή.

Η Μαρία στάθηκε διστακτικά για λίγο απέναντί του. Τον είχε προσέξει από μακριά, όχι για το μπαστούνι, αλλά για τη γαλήνη του.

«Συγγνώμη… είναι ελεύθερο; Θέλω να πω περιμένεις κανέναν;», ρώτησε.

«Δεν περιμένω, όποιος θέλει κάθεται», απάντησε εκείνος χαμογελώντας ελαφρά.

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Η Μαρία δεν ήξερε πώς να ξεκινήσει. Είχε συνηθίσει να μιλά για την αναπηρία της μόνο, όταν ήταν απαραίτητο. Το αναπηρικό αμαξίδιο πολλές φορές μιλούσε πριν από εκείνη.

«Ξέρεις…», είπε.

Ο Νικόλας έστρεψε ελαφρά το κεφάλι προς τη φωνή της.

«Πάντα αναρωτιόμουν αν οι άνθρωποι βλέπουν εμένα ή αυτό», είπε κάνοντας μικρούς κύκλους με το αμαξίδιο μπροστά από το παγκάκι. Ο ήχος των τροχών που γυρνούσαν  ακούστηκε χαρακτηριστικά.

«Και τι θα ήθελες να βλέπουν;»

Η ερώτηση την αιφνιδίασε. Δεν απάντησε αμέσως.

«Εμένα… Αλλά καμιά φορά ούτε εγώ δεν είμαι σίγουρη ποια είναι αυτή, η “εμένα”», είπε τελικά.

Ο Νικόλας χαμογέλασε πιο ζεστά αυτή τη φορά.

«Εγώ πάλι δε βλέπω τίποτα από αυτά που σε απασχολούν. Κι όμως, καταλαβαίνω περισσότερα απ’ όσα νομίζεις».

Η Μαρία τον κοίταξε. Για πρώτη φορά ένιωσε πως κάποιος δε στεκόταν απέναντί της με λύπηση ή αμηχανία.

«Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι αυτά που φαίνονται. Είναι αυτά που επιμένουν να γίνουν, αντίθετα σε ό,τι τους βαραίνει», συνέχισε ο Νικόλας.

Η φράση έμεινε ανάμεσά τους, σαν κάτι που μόλις είχε ειπωθεί και όμως υπήρχε πάντα.

Η Μαρία πήρε μια βαθιά ανάσα προτού μιλήσει.

«Ξέρεις τι με κουράζει πιο πολύ; Όχι η δυσκολία. Οι άλλοι. Οι χαμηλές προσδοκίες. Το “μπράβο” για πράγματα που για τους υπόλοιπους είναι αυτονόητα».

Ο Νικόλας έγειρε λίγο μπροστά.

«Χαμηλές προσδοκίες ίσον αποτυχία. Κάποιος μου το έμαθε αυτό νωρίς. Και με θύμωσε πολύ τότε… αλλά είχε δίκιο», είπε ήρεμα.

«Και τώρα;», απάντησε η Μαρία.

«Τώρα ξέρω ότι δε χρειάζομαι κανέναν να με λυπηθεί. Χρειάζομαι να με αφήσουν να προσπαθήσω. Να πέσω. Να σηκωθώ. Όπως όλοι».

Η πλατεία είχε αρχίσει να αδειάζει. Τα φώτα άναβαν ένα ένα.

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Αυτή τη φορά, όχι από αμηχανία.

«Ξέρεις κάτι;», είπε η Μαρία. «Νομίζω πως δεν θέλω να αλλάξω τον κόσμο όλο. Μόνο τον τρόπο που κοιτάζει.»

«Αυτός είναι ο κόσμος, ο τρόπος που κοιτάζει», απάντησε ο Νικόλας.

Η Μαρία γύρισε προς το μέρος του.

«Να πούμε κάτι μαζί; Κάτι απλό… για όποιον μας ακούσει»;

Ο Νικόλας έγνεψε.

Και τότε, σχεδόν ψιθυριστά, αλλά με μια βεβαιότητα που έμοιαζε να φωτίζει περισσότερο κι από τις λάμπες της πλατείας, είπαν:

«Η αναπηρία δεν είναι αυτό που μας λείπει. Είναι αυτό που οι άλλοι δεν έχουν μάθει ακόμα να βλέπουν σωστά».

Τα φώτα είχαν πια ανάψει όλα. Και για πρώτη φορά δεν ένιωθαν αόρατοι.

 

Σχολιάστε

Όροι Χρήσης schoolpress.sch.gr | Δήλωση προσβασιμότητας
Top