«Με το κεφάλι ψηλά», Παγωνίδου Ιφιγένεια
Είναι μια ήσυχη και ηλιόλουστη μέρα στην πλατεία της πόλης. Ένα ζευγάρι-δε θα το έλεγες χαρούμενο- με τα κινητά στο χέρι κάθονται στο παγκάκι.
«Βαρέθηκα, Νίκο. Θες να κάνουμε κάτι;», είπε η Μαρία.
«Εγώ καλά είμαι. Κάνε ό,τι θες. Δε με νοιάζει και πολύ», απάντησε κοφτά ο Νίκος.
Η Μαρία λυπημένη κοίταζε χαμηλά. Κάποια στιγμή σηκώθηκε να φύγει. Αργά, διστακτικά λες και περίμενε να δει την αντίδραση του Νίκου. Εκείνος δεν κουνήθηκε. Πέρασαν δύο ευχάριστες ώρες με τη φίλη της. Ούτε που το κατάλαβε πώς πέρασαν δύο ώρες από τότε που τον άφησε στο παγκάκι!
Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν το αγόρι της, ο Νίκος.
«Πού είσαι;», της είπε με άγρια φωνή.
«Με τη Ντίνα», μουρμούρισε η Μαρία.
«Έλα σπίτι αμέσως. Ξέρω πως είσαι με αγόρι και όχι με τη Ντίνα», της απάντησε.
Το χαμόγελο της Μαρίας έσβησε. Έφυγε βιαστικά με σκυμμένο το κεφάλι για το σπίτι.
« Άργησες!», είπε θυμωμένος ο Νίκος.
«Είχε πολλή κίνηση. Συγγνώμη!», δικαιολογήθηκε η Μαρία και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο. Πέρασε αρκετή ώρα μέσα στις σκέψεις της.
Κάποια στιγμή ο Νίκος όρμησε μέσα σπρώχνοντας την πόρτα.
« Από εδώ και στο εξής, όταν είναι να βγεις, θα μου στέλνεις κάθε μία ώρα πού και με ποιον είσαι».
Η Μαρία χαμηλώνοντας το βλέμμα της δε μίλησε για λίγα λεπτά. Ο Νίκος την παρατηρούσε απειλητικά. Τότε αυτή σηκώθηκε αποφασιστικά και κατευθύνθηκε στην ντουλάπα. Άρχισε να μαζεύει τα ρούχα της πετώντας τα μέσα σε μια βαλίτσα. Στράφηκε στον Νίκο και του είπε κοιτώντας τον στα μάτια.
« Όχι! Δε χρειάζεται να σου ξαναδώσω ποτέ λογαριασμό για το τι θα κάνω. Μπορώ να αποφασίζω εγώ για τη ζωή μου».
Ο Νίκος σοκαρισμένος δεν είχε τι να πει. Κοιτούσε μόνο τη Μαρία, καθώς έφευγε με το κεφάλι ψηλά.
Σχολιάστε
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.


