«Αλί», Εμμανουήλ Αντώνης
Δεν πάει καιρός από τότε που ο Αλί ήρθε στο σχολείο μας. Δεν μιλούσε καλά ελληνικά, αλλά ήταν ένα χαμογελαστό παιδί. Από την πρώτη ημέρα κάθισε μόνος του στο θρανίο δείχνοντας φανερά τον φόβο και την αμηχανία του.
Όταν τον είδα στο διάλειμμα μόνο του, κάτι με ενόχλησε. Κάθισα δίπλα του χωρίς να πούμε πολλά. Μοιραστήκαμε μόνο λίγες αμήχανες λέξεις και από εκείνη την ημέρα γίναμε φίλοι.
«Μην κάνεις παρέα μαζί του. Δεν είναι σαν εμάς», μου είπε ένας συμμαθητής μου.
Εγώ δεν απάντησα. Δεν ήξερα τι να πω. Το μόνο που ήξερα είναι ότι ο Αλί γελούσε με τα ίδια αστεία, φοβόταν στα ίδια τεστ, ονειρευόταν να γίνει ποδοσφαιριστής.
Μια μέρα μετά το σχολείο, τρεις μεγαλύτεροι μαθητές μάς σταμάτησαν στον δρόμο.
«Από που είσαι;», ρώτησαν τον Αλί με ειρωνεία.
Ο Αλί χαμήλωσε το βλέμμα του. Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά. Για μια στιγμή σκέφτηκα να φύγω, αλλά δεν το έκανα.
«Είναι φίλος μου», σιγομουρμούρισα.
Οι μεγαλύτεροι γελούσαν κοροϊδευτικά σπρώχνοντας τον Αλί στον ώμο. Σε λίγα λεπτά η ένταση έγινε συμπλοκή. Ο Αλί δε μιλούσε, ανάσαινε βαριά προσπαθώντας να κρατηθεί όρθιος.
«Σταματήστε», φώναξα με όλη μου τη δύναμη προσπαθώντας να μπω ανάμεσά τους. Στο άκουσμα της φωνής η συμμορία διαλύθηκε γρήγορα.
Ο Αλί έμεινε ακίνητος με σκισμένο μανίκι και μάτια γεμάτα δάκρυα. Γύρισε το βλέμμα του προς εμένα, μου χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη. Περπατήσαμε πλάι πλάι για πολλή ώρα και αυτό ήταν η αρχή μιας δυνατής σχέσης και αληθινής φιλίας.
Σχολιάστε
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.


