«Χάμζα, ένας πρόσφυγας» της Πιλαλίδου Μαρίας ( Β2)
Ο Χάμζα αναδεύτηκε στο γραφειάκι του. Στήριξε το κεφάλι στις παλάμες του και αναστέναξε. Είχε φριχτό πονοκέφαλο, ένιωθε πιασμένος, δεν μπορούσε να καταλάβει την άσκηση της Φυσικής και εκείνα τα παιδιά έξω από το σπίτι του δεν έλεγαν να σταματήσουν. Φώναζαν συνέχεια, έβαζαν δυνατά μουσική και έσκαγαν κροτίδες στην άσφαλτο. Αυτό συνέβαινε εδώ και καιρό και, αν το διαμέρισμα δε βρισκόταν δίπλα στην παλιοαλάνα της γειτονιάς, θα υποπτευόταν πως το έκαναν επίτηδες, για να τους ενοχλήσουν. Αυτή ήταν, ίσως, η αλήθεια.
Από την κρεβατοκάμαρα των γονιών του ακούστηκαν οι τσιρίδες της Άιλα, η οποία κοιμόταν στη στενή κούνια της, και η Όμα* έσπευσε κοντά της. Προσπάθησε να την ηρεμήσει τραγουδώντας της νανουρίσματα της πατρίδας, αλλά το μωρό συνέχισε να ωρύεται. Ο Χάμζα ήξερε πως, όσο εκνευρισμένος και να ήταν, δεν έπρεπε να παραπονεθεί, ειδάλλως οι φωνές της Όμα θα ήταν πολύ χειρότερες από της Άιλα. Ώρες ώρες απορούσε γιατί οι γονείς του ονόμασαν “λιοντάρι” ένα τόσο μυγιάγγιχτο παιδί. Μα δεν άντεχε άλλο. Ήθελε να γυρίσει στη Συρία, στην αγκαλιά του Τζιντ**. Όμως αυτό δεν ήταν πλέον εφικτό, ούτε για το παραμικρό. Ξάφνου, το μυαλό του άρχισε να παίζει σαν ταινία τη ζωή του και δεν μπορούσε να το σταματήσει. Απλά άφησε τις αναμνήσεις να ζωντανέψουν μπρος στα δακρυσμένα μάτια του.
Είχαν βρει καταφύγιο στην Ελλάδα εξαιτίας των πολύνεκρων και βίαιων πολέμων της χώρας. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για την Όμα και τον Έμπε*** ήταν ο θάνατος του Τζιντ από έναν βομβαρδισμό κοντά στο σπιτικό του στο Χαλέπι. Όταν εκείνοι έμαθαν τα νέα από έναν θείο, κατάλαβαν πως είχαν αργήσει να τον πάρουν. Ήταν μάταιο. Άμα βρισκόταν κοντά τους από τότε που μετακόμισαν στη Δαμασκό… Ίσως ήταν λίγο στριμωγμένοι, αλλά ο Τζιντ θα ήταν τώρα ζωντανός.
Ξεκίνησαν την επόμενη μέρα από την αναγγελία του θανάτου, συνταξιδεύοντας με τους γείτονές τους, οι οποίοι είχαν αποκτήσει ένα αγοράκι και φοβούνταν πως ο πόλεμος θα έφτανε και σε αυτούς. Το ταξίδι ήταν εξοντωτικό και γεμάτο ταλαιπωρίες, ενώ ο ίδιος ο Χάμζα δε θυμάται πολλές λεπτομέρειες. Είναι πάντως ένα θαύμα το πώς η Όμα κατάφερε να περπατήσει τόσο πολύ, να κοιμάται στην παγωνιά, να υποσιτίζεται και να μην χάσει το παιδί που κυοφορούσε, όλα αυτά ταυτόχρονα. Εντός του Λιβάνου, τους περίλαβαν κάτι φύλακες και τους οδήγησαν σε κάποιο τμήμα. Τότε, ο Χάμζα δεν καταλάβαινε τίποτα: ούτε πώς τους έστειλαν σε μια ομάδα Σύριων προσφύγων που είχε μαζευτεί, ούτε πότε έφτασαν στο λιμάνι έπειτα από ένα άβολο ταξίδι με το λεωφορείο. Τους ανέβασαν στο πλοίο και κίνησαν για την Ελλάδα. Τόσο αυτός όσο και οι γονείς του υπέφεραν από ναυτίες και ο Έμπε ανησυχούσε για την Όμα και το μωρό. Έπειτα από ένα ατέλειωτο για αυτόν χρονικό διάστημα έφτασαν στον Πειραιά. Εκεί τους έκαναν και ιατρικούς ελέγχους. Τότε είναι που οι πόνοι της γέννας έπιασαν την Όμα. Αμέσως μεταφέρθηκε στο κοντινότερο μαιευτήριο, και απέμειναν ο τρομοκρατημένος Χάμζα με τον Έμπε να της κρατούν συντροφιά μαζί με μια μαία στο ασθενοφόρο. Ώσπου να συνέλθει η Όμα και να δυναμώσει η Άιλα, το κοριτσάκι τους, ο Έμπε ήρθε σε επαφή με μέλη ενός εθελοντικού «γκρουπ”, που κατάφεραν να τους βρουν ένα διαμέρισμα Φιλοξενίας Προσφύγων στον Πειραιά. Το εν λόγω διαμέρισμα περιλάμβανε παροχές νερού, θέρμανσης και ηλεκτρισμού. Μπορεί να μην ήταν όσο ευρύχωρο ήταν το παλιό τους σπίτι, αλλά μπορούσε να χωρέσει την τετραμελή οικογένεια. Ακόμη, οι άνθρωποι είχαν βοηθήσει τον Έμπε να βρει δουλειά σε μια εταιρία κατασκευών και τον είχαν ενημερώσει για μαθήματα ελληνικών που παραδίδονταν δωρεάν σε πρόσφυγες σαν κι αυτούς. Εκτός από τα μέτρια αγγλικά και τα συριακά, δε γνώριζαν καμία άλλη γλώσσα. Η Όμα αμέσως υποστήριξε την απόφαση. Στην πραγματικότητα, όσες φορές και να νοσταλγεί αφόρητα το σπίτι του στη Δαμασκό και την τότε καθημερινότητά του, ο Χάμζα παραδέχεται πως στον Πειραιά ένιωθε πιο ασφαλής, σωματικά τουλάχιστον.
Αφού πέρασαν μια εβδομάδα στο μαιευτήριο (ο Χάμζα κοιμόταν σε ένα ελεύθερο κρεβάτι δίπλα και ο Έμπε πήγαινε στο τμήμα, για να μείνει το βράδυ), τους έδειξαν τη νέα τους κατοικία. Το κτίριο ήταν μια γκρίζα πολυκατοικία δίπλα σε μια αλάνα γεμάτη παλιά λάστιχα αυτοκινήτων και σκασμένες μπάλες. Στον αριστερό τοίχο υπήρχε ένα γκράφιτι με κάτι ακαταλαβίστικες λέξεις, που ακόμη δεν κατάφερε να μάθει τι σήμαιναν. Αντίκρισαν το διαμέρισμά τους αφού η εθελόντρια ξεκλείδωσε την πόρτα. Ήταν αρκετά πιο όμορφο από ό,τι το φανταζόταν ο νεαρός αν και ήταν σχετικά μικρό με μια σαλοκουζίνα, ένα μπάνιο και δύο δωμάτια. Στη συνέχεια, η γυναίκα τούς έδωσε πληροφορίες για την περιοχή, για τις τυπικές διαδικασίες σχετικά με την εγγραφή του αγοριού στο σχολείο, για τοπικά νοσοκομεία ή φαρμακεία και τους ευχήθηκε την καλύτερη αρχή που θα μπορούσαν να έχουν. Ο Χάμζα δεν μπορούσε να καταλάβει αν το προαίσθημα που ένιωθε ήταν καλό ή κακό… ή και τα δυο.
Καλά που το διαμέρισμα ήταν βασικά επιπλωμένο, διότι αυτοί δεν είχαν πάρει μαζί τους τίποτε άλλο παρά ένα μπουφάν για τον καθένα, μια μικρή κουβέρτα και μια οικογενειακή φωτογραφία. Ήταν η μόνη που τους είχε απομείνει από τη Συρία και η τελευταία “κοντινή” επαφή που είχαν με τον Τζιντ. Οι άνθρωποι της οργάνωσης τους προσέφεραν βρεφικά και παιδικά είδη, τρόφιμα και είδη υγιεινής μέχρι να σταθεροποιηθεί ο Έμπε στο επάγγελμά του. Η Όμα έμενε σπίτι με την Άιλα, ο Έμπε από το πρωί μέχρι νωρίς το απόγευμα στη δουλειά και ο Χάμζα στο σχολείο της συνοικίας που το μισούσε.
Από την πρώτη του μέρα εκεί ένιωθε σαν βρεγμένη γάτα. Μόνο που, αντί αυτό το αίσθημα να εξασθενήσει σταδιακά, γινόταν όλο και χειρότερο. Κανένα παιδί δεν του έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον -όχι πως θα ήθελε να το κάνουν με το ζόρι, αλλά και πάλι- ενώ κάποιοι δάσκαλοι δεν ήταν καθόλου υπομονετικοί με τα μισοελληνικά που μιλούσε και δεν είχαν διάθεση να τον βοηθήσουν με εργασίες που τον δυσκόλευαν. Ωστόσο, η μοναξιά και η αδιαφορία δεν τον έτσουζαν περισσότερο από τον εκφοβισμό που δεχόταν από τους συμμαθητές του. Αυτά τα παιδιά ήταν ανελέητα! Τον έβριζαν, γελούσαν κάθε φορά που έμενε πίσω στο μάθημα, τον αποκαλούσαν “μαϊμού” ή “τρομοκράτη” και προσποιούνταν πως έπεφταν κάτω κάθε φορά που τον έβλεπαν. Συχνά τον έπαιρναν από πίσω στο σχόλασμα και η κατάσταση αυτή τον πλήγωνε πολύ. Πώς μπορούσαν να διασκεδάζουν από τούτα τα αχρεία καμώματα; Και να φανταστείς πως ο Τζιντ του έλεγε πως όλα τα παιδιά έχουν αγνή ψυχή… Nα που τον ξαναθυμήθηκε και βάζει τα κλάματα…
Η Όμα μπαίνει στο δωμάτιο, αφού επιτέλους κοίμισε το μωρό, και τον ρωτάει -απρόσμενα ήσυχα-εάν τελείωσε τα μαθήματά του και αν ένιωθε καλά. Τότε κατάλαβε πως είχε απορροφηθεί στις αναμνήσεις του. Με αυτά και με εκείνα, είχε περάσει μισή ώρα περίπου. Η Όμα έριξε μια ματιά στα ανοιχτά βιβλία που ήταν απλωμένα στο θρανίο του Χάμζα, ο οποίος κλαψούριζε όσο πιο σιγά μπορούσε, για να μην ξεσηκώσει τη μικρή. Η καημένη δεν είχε καμία ιδέα από φυσικές επιστήμες και στενοχωριόταν που έβλεπε τον γιο της να γυρνά καθημερινά από το σχολείο όλο και πιο μίζερος. Απλά τον έσφιξε στην αγκαλιά της και τον άφησε να ξεσπάσει με την ησυχία του, τραγουδώντας του, όπως τότε που τον πρωτοκράτησε στην αγκαλιά της δώδεκα χρόνια πριν… Επειδή, ό,τι και να γινόταν, όπου και να πήγαιναν, ο Χάμζα θα ήταν πάντα το μεγάλο λιονταράκι της…
* μητέρα, μαμά στα αραβικά
** παππούς στα αραβικά
*** πατέρας, μπαμπάς στα αραβικά
Σχολιάστε
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.


