
Πολλές φορές αναρωτιόμαστε για ποιον λόγο η διάθεσή μας κατά τη διάρκεια του Γενάρη είναι
αρκετά πιο χαμηλή σε σχέση με τους υπόλοιπους μήνες του έτους. Αυτό μπορεί αρχικά να
εξηγηθεί από τον καιρό, ο οποίος ενδέχεται να χαρακτηρίζεται από περισσότερες βροχές και
κρύο, με αποτέλεσμα να περιορίζονται οι έξοδοι και οι δραστηριότητες κατά τις οποίες
εκτονώναμε μέρος της ενέργειάς μας.
Τον πρώτο αυτό μήνα του χρόνου παρατηρείται επίσης λιγότερο φως σε σύγκριση με άλλους
μήνες, γεγονός που επηρεάζει τη σεροτονίνη, την ορμόνη της διάθεσης, καθώς και τη
μελατονίνη, που σχετίζεται με τον ύπνο. Αυτές οι αλλαγές έχουν ως αποτέλεσμα τη βαρεμάρα
και τη μελαγχολία.
Επιπλέον, ο Γενάρης είναι ο μήνας που έπεται των γιορτών των Χριστουγέννων, κάτι που
μπορεί να είναι αρκετά δύσκολο όσον αφορά την προσαρμογή στη ρουτίνα και την
καθημερινότητα. Κάτι αντίστοιχο παρατηρούμε μερικές φορές ακόμη και σε μια απλή Δευτέρα:
τη δυσκολία δηλαδή να συγκεντρωθούμε, ειδικά όταν έχουμε κοιμηθεί πολλές ώρες το
Σαββατοκύριακο. Αυτό επηρεάζει το σώμα μας και τις συνήθειές του, με αποτέλεσμα να
αποσυντονίζεται για λίγο.
Πόσο μάλλον αν σκεφτούμε ότι κατά τη διάρκεια των γιορτών των Χριστουγέννων δεν υπάρχει
πρόγραμμα· κοιμόμαστε περισσότερο, βγαίνουμε, ξενυχτάμε και συνήθως τρώμε περισσότερο.
Όλα αυτά βγάζουν τον οργανισμό μας εκτός της συνηθισμένης του ρουτίνας και χρειάζεται
λίγος χρόνος για να προσαρμοστεί ξανά. Αυτό, με τη σειρά του, επηρεάζει και τη διάθεσή μας.
Τέλος, ο Γενάρης σηματοδοτεί τα νέα ξεκινήματα. Ποιος/ποια/ποιο δεν είπε έστω μία φορά στη
ζωή του «με τη νέα χρονιά θα κάνω αυτό και θα αλλάξω το άλλο»; Αυτή η πίεση —πολλές
φορές κοινωνική— φέρνει στην επιφάνεια άγχος και δυσκολία, καθώς υπάρχει στο μυαλό μας η
επίτευξη του τέλειου, του άριστου κ.λπ., κυρίως όταν οι στόχοι αυτοί δεν είναι πραγματικά δικοί
μας, αλλά τίθενται για να ευχαριστήσουμε και να ικανοποιήσουμε τους άλλους.
Κούντουρου Κατερίνα, Ψυχολόγος ΕΠΑΛ Καλλονής
