Τραγωδίες πολέμου

γράφει η μαθήτρια της Β” Γυμνασίου, Μπούκα Μαρκέλλα

        Κατά τον Β” παγκόσμιο πόλεμο δυο αδελφές  χάθηκαν, αλλά μετά από καιρό ξαναβρέθηκαν. Τι έγινε, όμως, τότε θα το αφηγηθούμε παρακάτω.

Όταν  η μάχη ξεκίνησε, τα δυο αδέλφια έτρεχαν μαζί με τη μαμά τους για να μη συλληφθούν, ενώ ο μπαμπάς τους ήταν στρατιώτης και πολεμούσε στο μέτωπο. Καθώς έτρεχαν, ξαφνικά, ένας Γερμανός στρατιώτης εμφανίστηκε μπροστά τους και ετοιμάστηκε να τις σκοτώσει. Η μητέρα τους θέλοντας να προστατέψει τα παιδιά της, μπήκε μπροστά τους και είπε στον Γερμανό:

-              Μην σκοτώσεις τις κόρες μου, σε ικετεύω, πάρε εμένα.

    Ο στρατιώτης έβγαλε το μαχαίρι και της το κάρφωσε στην καρδιά. Τα δύο κορίτσια έτρεξαν πανικόβλητα να ξεφύγουν, ενώ πίσω τους κειτόταν η μητέρα τους, βουτηγμένη σε λίμνη από αίματα. Η Εύα σκόνταψε αλλά όταν η Φαίη το αντιλήφθηκε ήταν ήδη αργά. Γύρισε πίσω να βρει την αδελφή της, την οποία είχε προλάβει να αρπάξει ο Γερμανός. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί πού είναι  και έτρεξε για να βρει ένα ασφαλές μέρος να κρυφτεί. Μετά από ώρα αναζήτησης συνάντησε μία οικογένεια, η οποία την δέχθηκε, για να τη βοηθήσει.

    Η Εύα βρισκόταν ήδη στο αντίπαλο στρατόπεδο. Ο αρχηγός δεν την είχε σκοτώσει αλλά την κράτησε για υπηρέτρια. Μετά από αρκετές μέρες η οικογένεια με την Φαίη είχαν καταφέρει να διαφύγουν με επιτυχία και δεν κινδύνευαν πια. Ανακάλυψαν ένα μισογκρεμισμένο σπίτι από τον τελευταίο βομβαρδισμό και έμεναν εκεί χωρίς χρήματα και τροφή. Η Εύα, από την άλλη,  παρέμενε ακόμα στους Γερμανούς, οι οποίοι την προόριζαν για γυναίκα του αρχηγού. “Επρεπε να περάσουν δύο χρόνια για να ενηλικιωθεί, ώστε να μπορεί πλέον να παντρευτεί.

    Πέρασαν, λοιπόν, τα δύο χρόνια, ενώ η Φαίη σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα εργαζόταν ως καθαρίστρια για να καλύψει τα έξοδα αυτής και της καινούργιας της οικογένειας. Όταν έφτασε η μέρα του γάμου, η Εύα φαίνεται ότι είχε ερωτευτεί τον μέλλοντα σύζυγο της  -μάλλον την πλούσια ζωή του. Η Φαίη, ωστόσο, σκεφτόταν όλη μέρα την αδελφή της αγνοώντας αν ζει ή αν πέθανε. Αποφάσισε, λοιπόν, να την ψάξει και ρωτούσε τους παλιούς γείτονες αν την έχουν δει. Η μόνη πληροφορία που κατάφερε να λάβει ήταν ότι κάποιος την είχε δει μαζί με ένα Γερμανό στρατιώτη να πλησιάζουν το στρατόπεδο. Όταν το έμαθε αυτό, πίστεψε ότι η Εύα είναι νεκρή ή ότι πληγώθηκε, αλλά το γεγονός του γάμου μάλλον θα τη στεναχωρούσε περισσότερο.

    Αποφάσισε να πάει στο γερμανικό στρατόπεδο, για να ρωτήσει τί είχε απογίνει η αδελφή της, παρόλο που ήξερε ότι πιθανό και να σκότωναν την ίδια. Όταν η Εύα βγήκε από τη σκηνή να συναντήσει τον άντρα της, Γιαν, αντίκρισε τη Φαίη πεσμένη κάτω και από πάνω της ένα στρατιώτη να τη σημαδεύει με μια λόγχη. Κι ενώ ήταν έτοιμος να τη σκοτώσει, η Εύα τον έσπρωξε σώζωντας έτσι τη Φαίη. Η μία αδελφή βλέποντας την άλλη μετά από καιρό, αγκαλιάστηκαν με πάθος, ενώ όλοι τριγύρω  κοιτούσαν απορημένοι. Η Εύα τους εξήγησε ότι είναι αδελφές και στη Φαίη ότι  έχει παντρευτεί έναν Γερμανό. Αυτή δυσαρεστήθηκε πολύ μη μπορώντας να δεχτεί πώς μπόρεσε η αδερφή της να παντρευτεί κάποιον που κατέκτησε τη χώρα τους και υπεύθυνο για τον σκοτωμό της μητέρας τους και πολλών άλλων ανθρώπων. Η Εύα προσπαθούσε να της πει ότι είναι ερωτευμένη αλλά η Φαίη ήταν ανένδοτη. Έφυγε θυμωμένη κι απογοητευμένη, ενώ η Εύα της φώναζε να μείνει.

    Όταν τελείωσε ο πόλεμος και αφού η Εύα πληροφορήθηκε πού μένει η Φαίη, αποφάσισε να την επισκεφθεί για να της μιλήσει. Έφθασε στην παράγκα και αντίκρισε την καινούργια οικογένεια της αδερφής της. Νιώθοντας πολύ άβολα, δεν είπε κουβέντα. Της ζήτησε μόνο συγγνώμη και της πρόσφερε χρήματα για να μπορεί να ζει καλύτερα, μιας και κατάλαβε ότι  ζούσε βυθισμένη στη φτώχεια. Η Φαίη χρειαζόταν τα χρήματα και γι αυτό τα δέχθηκε χωρίς καμία δυσκολία. Η φτώχεια την είχε αλλάξει τόσο, ώστε σκεφτόταν συνεχώς τα χρήματα, σε σημείο να κλέψει ακόμα και την περιουσία της αδερφής της. Αφού τελικά συγχώρησε την Εύα , η τελευταία επέστρεψε στη Γερμανία, στο σπίτι της, χωρίς όμως να έχει καταλάβει τις πονηρές προθέσεις της αδερφής της. Η Φαίη σκεφτόταν να πάει να μείνει με την αδελφή της, ώστε να είναι πιο εύκολη λεία η περιουσία της Εύας.

    Έφυγε, λοιπόν, από την παράγκα με προορισμό το σπίτι του παντρεμένου ζευγαριού, όπου και έγινε θερμά δεκτή από αυτούς. Μάλιστα επρόκειτο να κοιμάται με την Εύα, ενώ ο Γιαν σε ένα άλλο δωμάτιο. Μια μέρα, ενώ κάθονταν όλοι μαζί, η Φαίη προσφέρθηκε να  φτιάξει καφέ, για να τους ευχαριστήσει για τη φιλοξενία τους. Μετά από δέκα λεπτά και οι δύο βρίσκονταν πεσμένοι και αναίσθητοι, ενώ η Φαίη γελούσε χαρούμενη που κατάφερε να τους σκοτώσει και να πάρει τα χρήματά τους. Το δηλητήριο είχε εξασφαλίσει την ευτυχία της.

   Βρήκε το χρηματοκιβώτιο, πήρε τα χρήματα και έφυγε από τη χώρα πλούσια και ευτυχισμένη χωρίς τύψεις για το έγκλημά της. Το πάθος για εκδίκηση είχε κατακαλύψει κάθε ίχνος συνείδησης και ενοχής.

Σχολιάστε

Top