Στήλη: Ιστορίες

«Ο μικρός καστανάς της πλατείας Αριστοτέλους»

Γράφουν οι μαθητές της Β Γυμνασίου Παντελής Στυλίδης , Κωνσταντίνος Μπατιάκας , Φώτης Δούμας

   Η ιστορία μας ξεκινά την παραμονή των Χριστουγέννων στην πλατεία Αριστοτέλους, με τον μικρό μας καστανά, ο οποίος προσπαθεί να πουλήσει κάστανα μπροστά από την μικρή του ψησταριά, συγκεντρώνοντας χρήματα, για να περάσουν τα Χριστούγεννα ο ίδιος και η οικογένειά του.

   Ο μικρός μας ήρωας ήταν στημένος εκεί στη ψησταριά του για πολλές ώρες, αψηφώντας το κρύο και την κούραση, καλώντας διαρκώς τους περαστικούς να αγοράσουν τα κάστανά του. «Εδώ τα καλά κάστανα, εδώ τα καλά κάστανα!». Όσο κυλούσε η ώρα, έβλεπε τους διαβάτες να περνούν χαρούμενοι, κρατώντας σακούλες με δώρα στα χέρια για τους αγαπημένους τους. «Αλήθεια, πόσο ωραίο πρέπει να είναι, να παίρνεις δώρα;», σκέφτηκε ο καστανάς μας. Αυτός δεν είχε πάρει ποτέ του τίποτα. Τότε του ήρθε η ιδέα με τα χρήματα που θα έβγαζε εκείνη τη μέρα να αγοράσει ένα χριστουγεννιάτικο δώρο στην αδελφή του, την οποία εδώ και καιρό την έβλεπε να στέκεται μπροστά σε μια βιτρίνα χαζεύοντας με τις ώρες μια όμορφη κούκλα.

   Μετά από κάμποσες ώρες κόπου και ασταμάτητης δουλειάς, κατάφερε να συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειάζονταν, προκειμένου να αγοράσει το δώρο για την αδελφή του. Αφού μάζεψε βιαστικά την ψησταριά του, έτρεξε κατευθείαν στο μαγαζί, για να πάρει την κούκλα. Όμως φτάνοντας στο μαγαζί, διαπίστωσε ότι η κούκλα δεν υπήρχε πια στην βιτρίνα. Αμέσως σταμάτησε την πρώτη πωλήτρια που βρέθηκε μπροστά του και τη ρώτησε: «Πού είναι η κούκλα  που μέχρι χθες ήταν στη βιτρίνα;». Η πωλήτρια του απάντησε πως πουλήθηκε πριν μια ώρα περίπου. Ο μικρός απογοητεύτηκε… Η πωλήτρια κοιτώντας τον κατάλαβε την απογοήτευσή του και προσπάθησε να  βρει μια λύση στο πρόβλημά του, δείχνοντάς του μια παρόμοια κούκλα. Ο μικρός καστανάς ξαναβρήκε το χαμόγελό του, την αγόρασε, ευχαρίστησε την πωλήτρια και πήρε τον δρόμο για το σπίτι.  Όταν έφτασε, χάρισε ενθουσιασμένος το δώρο στην αδελφή του. Αυτή μη περιμένοντας κάτι τέτοιο, έτρεξε καταχαρούμενη και τον αγκάλιασε, ευχαριστώντας τον για την υπέροχη έκπληξη! Μάλιστα, του είπε ότι αυτή η κούκλα είναι καλύτερη  και ομορφότερη από αυτήν που χάζευε τόσο καιρό στη βιτρίνα!

  Το ίδιο βράδυ, ο καστανάς μας πλάγιασε συγκινημένος και περήφανος! Παρά τη φτώχεια της οικογένειας, την ανάγκη του ίδιου για χρήματα και λίγη ξενοιασιά, προτίμησε και κατάφερε να κάνει χαρούμενη την  αδελφή του, νιώθοντας γι” αυτό διπλή χαρά!

Τραγωδίες πολέμου

γράφει η μαθήτρια της Β” Γυμνασίου, Μπούκα Μαρκέλλα

        Κατά τον Β” παγκόσμιο πόλεμο δυο αδελφές  χάθηκαν, αλλά μετά από καιρό ξαναβρέθηκαν. Τι έγινε, όμως, τότε θα το αφηγηθούμε παρακάτω.

Όταν  η μάχη ξεκίνησε, τα δυο αδέλφια έτρεχαν μαζί με τη μαμά τους για να μη συλληφθούν, ενώ ο μπαμπάς τους ήταν στρατιώτης και πολεμούσε στο μέτωπο. Καθώς έτρεχαν, ξαφνικά, ένας Γερμανός στρατιώτης εμφανίστηκε μπροστά τους και ετοιμάστηκε να τις σκοτώσει. Η μητέρα τους θέλοντας να προστατέψει τα παιδιά της, μπήκε μπροστά τους και είπε στον Γερμανό:

-              Μην σκοτώσεις τις κόρες μου, σε ικετεύω, πάρε εμένα.

    Ο στρατιώτης έβγαλε το μαχαίρι και της το κάρφωσε στην καρδιά. Τα δύο κορίτσια έτρεξαν πανικόβλητα να ξεφύγουν, ενώ πίσω τους κειτόταν η μητέρα τους, βουτηγμένη σε λίμνη από αίματα. Η Εύα σκόνταψε αλλά όταν η Φαίη το αντιλήφθηκε ήταν ήδη αργά. Γύρισε πίσω να βρει την αδελφή της, την οποία είχε προλάβει να αρπάξει ο Γερμανός. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί πού είναι  και έτρεξε για να βρει ένα ασφαλές μέρος να κρυφτεί. Μετά από ώρα αναζήτησης συνάντησε μία οικογένεια, η οποία την δέχθηκε, για να τη βοηθήσει.

    Η Εύα βρισκόταν ήδη στο αντίπαλο στρατόπεδο. Ο αρχηγός δεν την είχε σκοτώσει αλλά την κράτησε για υπηρέτρια. Μετά από αρκετές μέρες η οικογένεια με την Φαίη είχαν καταφέρει να διαφύγουν με επιτυχία και δεν κινδύνευαν πια. Ανακάλυψαν ένα μισογκρεμισμένο σπίτι από τον τελευταίο βομβαρδισμό και έμεναν εκεί χωρίς χρήματα και τροφή. Η Εύα, από την άλλη,  παρέμενε ακόμα στους Γερμανούς, οι οποίοι την προόριζαν για γυναίκα του αρχηγού. “Επρεπε να περάσουν δύο χρόνια για να ενηλικιωθεί, ώστε να μπορεί πλέον να παντρευτεί.

    Πέρασαν, λοιπόν, τα δύο χρόνια, ενώ η Φαίη σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα εργαζόταν ως καθαρίστρια για να καλύψει τα έξοδα αυτής και της καινούργιας της οικογένειας. Όταν έφτασε η μέρα του γάμου, η Εύα φαίνεται ότι είχε ερωτευτεί τον μέλλοντα σύζυγο της  -μάλλον την πλούσια ζωή του. Η Φαίη, ωστόσο, σκεφτόταν όλη μέρα την αδελφή της αγνοώντας αν ζει ή αν πέθανε. Αποφάσισε, λοιπόν, να την ψάξει και ρωτούσε τους παλιούς γείτονες αν την έχουν δει. Η μόνη πληροφορία που κατάφερε να λάβει ήταν ότι κάποιος την είχε δει μαζί με ένα Γερμανό στρατιώτη να πλησιάζουν το στρατόπεδο. Όταν το έμαθε αυτό, πίστεψε ότι η Εύα είναι νεκρή ή ότι πληγώθηκε, αλλά το γεγονός του γάμου μάλλον θα τη στεναχωρούσε περισσότερο.

    Αποφάσισε να πάει στο γερμανικό στρατόπεδο, για να ρωτήσει τί είχε απογίνει η αδελφή της, παρόλο που ήξερε ότι πιθανό και να σκότωναν την ίδια. Όταν η Εύα βγήκε από τη σκηνή να συναντήσει τον άντρα της, Γιαν, αντίκρισε τη Φαίη πεσμένη κάτω και από πάνω της ένα στρατιώτη να τη σημαδεύει με μια λόγχη. Κι ενώ ήταν έτοιμος να τη σκοτώσει, η Εύα τον έσπρωξε σώζωντας έτσι τη Φαίη. Η μία αδελφή βλέποντας την άλλη μετά από καιρό, αγκαλιάστηκαν με πάθος, ενώ όλοι τριγύρω  κοιτούσαν απορημένοι. Η Εύα τους εξήγησε ότι είναι αδελφές και στη Φαίη ότι  έχει παντρευτεί έναν Γερμανό. Αυτή δυσαρεστήθηκε πολύ μη μπορώντας να δεχτεί πώς μπόρεσε η αδερφή της να παντρευτεί κάποιον που κατέκτησε τη χώρα τους και υπεύθυνο για τον σκοτωμό της μητέρας τους και πολλών άλλων ανθρώπων. Η Εύα προσπαθούσε να της πει ότι είναι ερωτευμένη αλλά η Φαίη ήταν ανένδοτη. Έφυγε θυμωμένη κι απογοητευμένη, ενώ η Εύα της φώναζε να μείνει.

    Όταν τελείωσε ο πόλεμος και αφού η Εύα πληροφορήθηκε πού μένει η Φαίη, αποφάσισε να την επισκεφθεί για να της μιλήσει. Έφθασε στην παράγκα και αντίκρισε την καινούργια οικογένεια της αδερφής της. Νιώθοντας πολύ άβολα, δεν είπε κουβέντα. Της ζήτησε μόνο συγγνώμη και της πρόσφερε χρήματα για να μπορεί να ζει καλύτερα, μιας και κατάλαβε ότι  ζούσε βυθισμένη στη φτώχεια. Η Φαίη χρειαζόταν τα χρήματα και γι αυτό τα δέχθηκε χωρίς καμία δυσκολία. Η φτώχεια την είχε αλλάξει τόσο, ώστε σκεφτόταν συνεχώς τα χρήματα, σε σημείο να κλέψει ακόμα και την περιουσία της αδερφής της. Αφού τελικά συγχώρησε την Εύα , η τελευταία επέστρεψε στη Γερμανία, στο σπίτι της, χωρίς όμως να έχει καταλάβει τις πονηρές προθέσεις της αδερφής της. Η Φαίη σκεφτόταν να πάει να μείνει με την αδελφή της, ώστε να είναι πιο εύκολη λεία η περιουσία της Εύας.

    Έφυγε, λοιπόν, από την παράγκα με προορισμό το σπίτι του παντρεμένου ζευγαριού, όπου και έγινε θερμά δεκτή από αυτούς. Μάλιστα επρόκειτο να κοιμάται με την Εύα, ενώ ο Γιαν σε ένα άλλο δωμάτιο. Μια μέρα, ενώ κάθονταν όλοι μαζί, η Φαίη προσφέρθηκε να  φτιάξει καφέ, για να τους ευχαριστήσει για τη φιλοξενία τους. Μετά από δέκα λεπτά και οι δύο βρίσκονταν πεσμένοι και αναίσθητοι, ενώ η Φαίη γελούσε χαρούμενη που κατάφερε να τους σκοτώσει και να πάρει τα χρήματά τους. Το δηλητήριο είχε εξασφαλίσει την ευτυχία της.

   Βρήκε το χρηματοκιβώτιο, πήρε τα χρήματα και έφυγε από τη χώρα πλούσια και ευτυχισμένη χωρίς τύψεις για το έγκλημά της. Το πάθος για εκδίκηση είχε κατακαλύψει κάθε ίχνος συνείδησης και ενοχής.

Μια αναπάντεχη συνάντηση

γράφει η μαθήτρια της Β΄Γυμνασίου, Μπούκα Μαρκέλλα

   Μια ζεστή ανοιξιάτικη μέρα ο Γιώργος ευτυχισμένος βρισκόταν στο δάσος, κοντά στο χωριό του για να κυνηγήσει. Κάποια στιγμή όμως, στο βάθος του δάσους άκουσε ένα θόρυβο. Στην αρχή νόμιζε πως ένα αγριογούρουνο βρισκόταν εκεί, ετοίμασε το όπλο του και ήταν σίγουρος ότι αυτή τη φορά θα έπιανε κάτι καλό. Πλησίασε σιγά-σιγά, κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και ήταν έτοιμος να πυροβολήσει. Έκπληκτος όμως, ανακάλυψε ότι αυτός ο θόρυβος δεν προέρχονταν από ένα αγριογούρουνο, αλλά από έναν μυστηριώδη, άγνωστο άντρα. Αυτός ο άντρας φαινόταν ταραγμένος και κοιτούσε τριγύρω του περίεργα, σαν να ήθελε να κρυφτεί από κάποιον. Ο Γιώργος ήταν αποφασισμένος να πάει να του μιλήσει και να του προσφέρει βοήθεια. Καθώς πλησίαζε όμως, είδε ότι  προσπαθεί να θάψει κάτι. Αυτή η πράξη τον παραξένεψε αρκετά και τον έβαλε σε διάφορες υποψίες. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να πάει να μάθει τι ακριβώς συμβαίνει.

   Μόλις είδε τον Γιώργο, ο άντρας  ταράχτηκε, προσπάθησε να το κρύψει και να φερθεί φυσιολογικά. Συστήθηκαν και ο Γιώργος τον ρώτησε πως βρέθηκε στο δάσος. Εκείνος του απάντησε  ότι μάζευε μανιτάρια, όμως το γεγονός ότι δεν κρατούσε τίποτα που να δείχνει κάτι τέτοιο  έκανε τον κυνηγό να αμφιβάλλει για αυτό που του είπε. Παρόλα αυτά, του πρότεινε να κατασκηνώσουν μαζί γιατί είχε αρχίζει να βραδιάζει, με σκοπό να ανακαλύψει το μυστικό που έκρυβε. Ο Βασίλης, ο μυστηριώδης εκείνος άντρας δέχτηκε την πρόταση και συνέχισαν να περπατούν, προκειμένου να βρουν το κατάλληλο σημείο για να κοιμηθούν. Σε όλη την διαδρομή, φαινόταν ανήσυχος, σαν κάτι να τον απασχολούσε. Κρυβόταν σε κάθε θόρυβο που άκουγε και προσπαθούσε να αφήσει κάποια σημάδια, θέλοντας να δημιουργήσει μία διαδρομή προς το σημείο που γνωρίστηκαν.

   Όταν βράδιασε, ενώ ο Βασίλης κοιμόταν, ο Γιώργος αποφάσισε να γυρίσει πίσω για να ανακαλύψει τι ήταν θαμμένο κάτω από το χώμα. Σηκώθηκε σιγά-σιγά για να μην τον ξυπνήσει και ακολούθησε τα σημάδια που τον οδηγούσαν πίσω. Μετά από κάποια ώρα έφτασε και ενώ ήταν έτοιμος να σκάψει, άκουσε βήματα προς το μέρος του. Ήταν ο Βασίλης, ο οποίος μόλις είχε ξυπνήσει και τον έψαχνε. Όταν τον πλησίασε, φανερά αναστατωμένος, τον ρώτησε τι έκανε εκεί και αυτός του απάντησε, λέγοντας του ότι άκουσε θόρυβο και σηκώθηκε για να δει τι συνέβαινε. Γυρίσανε και οι δύο πίσω για να κοιμηθούν και ο Γιώργος ήταν απογοητευμένος, που δεν κατάφερε να δώσει λύση στο μυστήριο.

Το πρωί, ξυπνώντας ο κυνηγός, ανακάλυψε ότι ο Βασίλης έλειπε. Αποφάσισε να τον ψάξει και σκέφτηκε ότι μάλλον πήγε στο σημείο που γνωρίστηκαν. Μετά από κάποια λεπτά τον βρήκε να μιλάει στο τηλέφωνο με μία βαλίτσα στο χέρι και να λέει:

“ Ήρθα στο σημείο συνάντησης αλλά ακόμα δεν έχω συναντηθεί μαζί του.”

   Όταν άκουσε την συνομιλία, κατάλαβε ότι ο Βασίλης ήταν ο άντρας που περίμενε. Την προηγούμενη εβδομάδα είχε μιλήσει τηλεφωνικά με τον άλλον συνεργό του με σκοπό να καθορίσουν το σημείο συνάντησης μετά την ληστεία, που είχε ο ίδιος οργανώσει. Τελικά, η ιδέα του να εμφανισθεί στο σημείο ως κυνηγός, δεν κίνησε τις υποψίες του Βασίλη. Εξάλλου, ο αρχικός σκοπός του ήταν να πάρει τα χρήματα και να ξεφύγει, αφού κανείς δεν ήξερε την ταυτότητα του, ούτε καν οι συνεργοί του.

   Ο  Βασίλης τελείωσε το τηλεφώνημα του και γύρισε πίσω. Είχε αποφασίσει να φύγει και να πάρει αυτός τα λεφτά χωρίς να τα μοιραστεί με τον αρχηγό, τον οποίο περίμενε να συναντήσει. Ο Βασίλης όμως δεν ήξερε ότι ο αρχηγός ήταν ο κυνηγός που είχε γνωρίσει και έτσι προκειμένου να μην δει την βαλίτσα και ανακαλύψει το περιεχόμενο της, πήρε ένα κούτσουρο στα χέρια του και τον χτύπησε  στο κεφάλι με αυτό, αφήνοντας τον αναίσθητο. Η αστυνομία έψαχνε παντού τον ληστή και αυτό είχε αγχώσει τον Βασίλη γιατί κινδύνευε να συλληφθεί. Όταν θυμήθηκε ότι ο Γιώργος είχε έρθει στο δάσος με αυτοκίνητο σκέφτηκε να πάρει τα κλειδιά και να φύγει. Όταν πήγε όμως να πάρει τα κλειδιά από την τσέπη του, ο κυνηγός ξαναβρήκε τις αισθήσεις του και μπόρεσε να του δώσει μια δυνατή γροθιά για να τον απομακρύνει. Πάλευαν  για αρκετή ώρα μέχρι που ο Βασίλης τον κλώτσησε με τόση δύναμη που το κεφάλι του χτύπησε σε ένα δέντρο και σκοτώθηκε.

“   Εθαψε τον Γιώργο για να μην τον ανακαλύψει κανείς, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, τη βαλίτσα με τα χρήματα και απέδρασε με επιτυχία χωρίς ποτέ κανείς να τον πιάσει.

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

 

Μια ζεστή ανοιξιάτικη μέρα ο Γιώργος ευτυχισμένος βρισκόταν στο δάσος, κοντά στο χωριό του για να κυνηγήσει. Κάποια στιγμή όμως, στο βάθος του δάσους άκουσε ένα θόρυβο. Στην αρχή νόμιζε πως ένα αγριογούρουνο βρισκόταν εκεί, ετοίμασε το όπλο του και ήταν σίγουρος ότι αυτή τη φορά θα έπιανε κάτι καλό. Πλησίασε σιγά-σιγά, κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και ήταν έτοιμος να πυροβολήσει. Έκπληκτος όμως, ανακάλυψε ότι αυτός ο θόρυβος δεν προέρχονταν από ένα αγριογούρουνο, αλλά από έναν μυστηριώδη, άγνωστο άντρα. Αυτός ο άντρας φαινόταν ταραγμένος και κοιτούσε τριγύρω του περίεργα, σαν να ήθελε να κρυφτεί από κάποιον. Ο Γιώργος ήταν αποφασισμένος να πάει να του μιλήσει και να του προσφέρει βοήθεια. Καθώς πλησίαζε όμως, είδε ότι  προσπαθεί να θάψει κάτι. Αυτή η πράξη τον παραξένεψε αρκετά και τον έβαλε σε διάφορες υποψίες. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να πάει να μάθει τι ακριβώς συμβαίνει.

Μόλις είδε τον Γιώργο, ο άντρας  ταράχτηκε, προσπάθησε να το κρύψει και να φερθεί φυσιολογικά. Συστηθήκανε και ο Γιώργος τον ρώτησε πως βρέθηκε στο δάσος. Εκείνος του απάντησε, ότι μάζευε μανιτάρια, όμως το γεγονός ότι δεν κρατούσε τίποτα που να δείχνει κάτι τέτοιο, έκανε τον κυνηγό να αμφιβάλλει για αυτό που του είπε. Παρόλα αυτά, του πρότεινε να κατασκηνώσουν μαζί γιατί είχε αρχίζει να βραδιάζει, με σκοπό να ανακαλύψει το μυστικό που έκρυβε. Ο Βασίλης, ο μυστηριώδης εκείνος άντρας δέχτηκε την πρόταση και συνέχισαν να περπατούν, προκειμένου να βρουν το κατάλληλο σημείο για να κοιμηθούν. Σε όλη την διαδρομή, φαινόταν ανήσυχος, σαν κάτι να τον απασχολούσε. Κρυβόταν σε κάθε θόρυβο που άκουγε και προσπαθούσε να αφήσει κάποια σημάδια, θέλοντας να δημιουργήσει μία διαδρομή προς το σημείο που γνωρίστηκαν.

Όταν βράδιασε, ενώ ο Βασίλης κοιμόταν, ο Γιώργος αποφάσισε να γυρίσει πίσω για να ανακαλύψει τι ήταν θαμμένο κάτω από το χώμα. Σηκώθηκε σιγά-σιγά για να μην τον ξυπνήσει και ακολούθησε τα σημάδια που τον οδηγούσαν πίσω. Μετά από κάποια ώρα έφτασε και ενώ ήταν έτοιμος να σκάψει, άκουσε βήματα προς το μέρος του. Ήταν ο Βασίλης, ο οποίος μόλις είχε ξυπνήσει και τον έψαχνε. Τον πλησίασε, φανερά αναστατωμένος και τον ρώτησε:

-          τι ψάχνεις εδώ ;

-          τίποτα, απλώς άκουσα έναν θόρυβο και σηκώθηκα να δω αν ήταν κάποιος εκεί.

Αμέσως μετά, γυρίσανε και οι δύο πίσω για να κοιμηθούν και ο Γιώργος ήταν απογοητευμένος, που δεν κατάφερε να δώσει λύση στο μυστήριο.

Το πρωί, ξυπνώντας ο κυνηγός, ανακάλυψε ότι ο Βασίλης έλειπε. Αποφάσισε να τον ψάξει και σκέφτηκε ότι μάλλον πήγε στο σημείο που γνωρίστηκαν. Μετά από κάποια λεπτά τον βρήκε να μιλάει στο τηλέφωνο με μία βαλίτσα στο χέρι και να λέει:

“ Ήρθα στο σημείο συνάντησης αλλά ακόμα δεν έχω συναντηθεί μαζί του.”

Όταν άκουσε την συνομιλία, κατάλαβε ότι ο Βασίλης ήταν ο άντρας που περίμενε. Την προηγούμενη εβδομάδα είχε μιλήσει τηλεφωνικά με τον άλλον συνεργό του με σκοπό να καθορίσουν το σημείο συνάντησης μετά την ληστεία, που είχε ο ίδιος οργανώσει. Τελικά, η ιδέα του να εμφανισθεί στο σημείο ως κυνηγός, δεν κίνησε τις υποψίες του Βασίλη. Εξάλλου, ο αρχικός σκοπός του, ήταν να πάρει τα χρήματα και να ξεφύγει, αφού κανείς δεν ήξερε την ταυτότητα του, ούτε καν οι συνεργοί του.

Ο  Βασίλης τελείωσε το τηλεφώνημα του και γύρισε πίσω. Είχε αποφασίσει να φύγει και να πάρει αυτός τα λεφτά χωρίς να τα μοιραστεί με τον αρχηγό, τον οποίο περίμενε να συναντήσει. Ο Βασίλης όμως δεν ήξερε ότι ο αρχηγός ήταν ο κυνηγός που είχε γνωρίσει και έτσι προκειμένου να μην δει την βαλίτσα και ανακαλύψει το περιεχόμενο της, πήρε ένα κούτσουρο στα χέρια του και    χωρίς να τον δει ο Γιώργος, τον χτύπησε  στο κεφάλι με αυτό αφήνοντας τον αναίσθητο. Η αστυνομία έψαχνε παντού τον ληστή και αυτό είχε αγχώσει τον Βασίλη γιατί κινδύνευε να συλληφθεί. Όταν θυμήθηκε ότι ο Γιώργος είχε έρθει στο δάσος με αυτοκίνητο σκέφτηκε να πάρει τα κλειδιά και να φύγει. Όταν πήγε όμως να πάρει τα κλειδιά από την τσέπη του, ο κυνηγός ξαναβρήκε τις αισθήσεις του και μπόρεσε να του δώσει μια δυνατή γροθιά για να τον απομακρύνει. Παλεύανε για αρκετή ώρα μέχρι που ο Βασίλης τον κλώτσησε με τόση δύναμη που το κεφάλι του χτύπησε σε ένα δέντρο και σκοτώθηκε.

Ο Βασίλης ήξερε ότι η αστυνομία έψαχνε να τον βρει και έτσι έθαψε γρήγορα τον Γιώργο για να μην τον ανακαλύψει κανείς ,πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, τη βαλίτσα με τα χρήματα και απέδρασε με επιτυχία χωρίς ποτέ κανείς να τον πιάσει.

 

Top