Η κοκκινοσκουφίτσα από την ανάποδη Δ1

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1#/media/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Little_Red_Riding_Hood_-_J._W._Smith.jpg

Μία φορά κι έναν καιρό ήταν ένα λυκάκι που ζούσε σε  ένα πυκνό δάσος με την οικογένειά του. Μια μέρα είπε η μαμά στο λυκάκι: 

- Πρέπει να φύγω για τη δουλειά. Όμως του εξήγησε να μη βγει έξω και να μην ανοίξει σε κανέναν. 

Όμως το λυκάκι δεν την άκουσε και βγήκε έξω, γιατί είδε μία όμορφη πεταλούδα. Όταν βγήκε  έξω και πήγε στα λουλούδια άκουσε μία φωνή να λέει:

- Θα σε πιάσω! 

Όταν το άκουσε αυτό το λυκάκι έτρεξε γρήγορα μέσα σε μία μεγάλη σπηλιά. Ήταν για αρκετά λεπτά. Όμως όταν το αποφάσισε έτρεξε και πήγε γρήγορα στο σπίτι. Μετά τον πήρε τηλέφωνο η μαμά του και είπε: 

- Η γιαγιά σου είναι άρρωστη και πρέπει να της πας φαγητό. 

Όμως του είπε να μην πάει από τον επικίνδυνο δρόμο, επειδή πολλές φορές ήταν ένα κακό κοριτσάκι που το έλεγαν Κοκκινοσκουφίτσα. Του είπε να πάει από τον καλό και όχι τον επικίνδυνο. Το άκουσε και το έκανε. Πήρε ένα μεγάλο καλάθι,  έβαλε φαγητό και το πήγε. Όταν ήταν στον δρόμο είδε μία πεταλούδα και την κυνήγησε. Πήγε από τον επικίνδυνο δρόμο. Όταν είδε την Κοκκινοσκουφίτσα έτρεξε και πήγε στη γιαγιά της. Χτύπησε την πόρτα αλλά δεν ακουγόταν τίποτα.

 Όταν μπήκε μέσα δεν είδε τη  γιαγιά του. Τότε έψαξε και τη βρήκε μέσα στη ντουλάπα. Όταν την έβγαλε έξω είπε σε  έναν λύκο-κυνηγό να βρει τη Κοκκινοσκουφίτσα. 

Ο κυνηγός βρήκε την Κοκκινοσκουφίτσα και την έβαλε φυλακή. Αυτοί  έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα!

Άσια Γιαννοπούλου

 

Ο Χάρι Πότερ ένα και λίγο από το εφτά

Μία φορά και έναν καιρό ήταν ένα κακό αγοράκι ο Χάρι Πότερ με τους γονείς του και τους δύο φίλους του. Μόνο πήγαινε σε μία σχολή σκοτεινής μαγείας που είχε έναν κακό διευθυντή. Ήταν πάρα πολύ καλός κακός μάγος. Είχε κάνει πολύ καλά πράγματα. 

Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι τρεις κακοί φίλοι και ένας καλός μάγος που πήγαινε σε σχολή καλής μαγείας.

 Οι καθηγητές στην κακή σχολή μαγείας ήταν ο διευθυντής, μία υποδιευθύντρια και ένας υποδιευθυντής. Τα άλλα πρόσωπα δεν ήταν πολύ σημαντικά για την ιστορία μας. Αντίθετα για τη σχολή καλής μαγείας ήταν πάρα πολλοί  καλοί δάσκαλοι. 

Ο  Χάρι Πότερ ήθελε πάρα πολύ να σκοτώσει το καλό το παιδάκι που ήταν στη καλή σχολή μαγείας τον  Βόλντεμορτ. Είχε προσπαθήσει πάρα πολλές φορές ο Χάρι να πάει στην καλή σχολή μαγείας, για να σκοτώσει τον Βόλντεμορτ,  αλλά δεν τα κατάφερε επειδή σχολή ήταν πάρα πολύ καλά φυλαγμένη. Ο Βόλντεμορτ  όλη μέρα έπαιζε το άθλημα της μαγείας το κουίντετε.  Αντίθετα ο Χάρι όλο έφτιαχνε σχέδια για να σκοτώσει το Βόλντεμορτ  και μία μέρα βρήκε το καλύτερο σχέδιο. 

Μια  μέρα ο Χάρι αποφάσισε να μεταμορφωθεί στον καθηγητή Καλουληνάκη. Με τον καιρό που προσπαθούσε τα κατάφερε! Πήγε στη καλή σχολή και τους κορόιδεψε  όλους. 

Μια μέρα πήρε τον  Βόλντεμορτ να του πει κάτι, αλλά προσπάθησε να τον σκοτώσει. Αλλά ο Βόλντεμορτ είχε από κάπου μια σκοτεινή δύναμη.  Ο Βόλντεμορτ ακούμπησε λίγο τον Χάρι και ο Χάρι πήρε φωτιά.  

Μετά από έξι  χρόνια ο Χάρι επέστρεψε για να πολεμήσει τον  Βόλντεμορτ. 

Ο Βόλντεμορτ ήταν όμως πάρα πολύ γενναίος και νίκησε  τον Χάρι και τους φίλους του και ο Χάρι πέθανε. 

Κωστής Γαβριλιάδης

 

Τα τρία σκανταλιάρικα γουρουνάκια και ο καλός λύκος

Μία φορά και έναν καιρό σε ένα δάσος ζούσαν τρία  αδερφάκια σκανταλιάρικα γουρουνάκια και ένας καλός και ήσυχος λύκος. 

Τα γουρουνάκια στην αρχή έπαιζαν ωραία και ήσυχα αλλά βαριόντουσαν να παίζουν παιχνίδια γιατί ήθελαν  να κάνουν σκανταλιές. Ο λύκος έφτιαχνε ένα σπίτι με άχυρα. Δυσκολευόταν και είχε κουραστεί. Μετά από μερικά λεπτά ξανασυνέχισε και επιτέλους το τελείωσε. Καθόταν ήσυχα στο σπίτι του μέχρι να έρθουν κάποιοι. 

Τα γουρουνάκια πήγαν και του χάλασαν όλο. Πήραν τα άχυρα, τα φύσηξαν και μπήκαν μέσα στο σπίτι και τα πήραν όλα. 

Αλλά ο λύκος δεν  τα παράτησε. Έκοψε δύο δέντρα και προσπάθησε να φτιάξει ένα σπίτι από ξύλο.  Κουράστηκε αλλά συνέχισε μέχρι να το τελειώσει. Όταν το τελείωσε πήγε μία βόλτα στο δάσος για να ηρεμήσει λίγο. 

Όταν έλειπε τα γουρουνάκια πάλι του το χάλασαν  

Στο τέλος ο λύκος είπε να δοκιμάσει άλλη μία φορά και τώρα το έκανε πιο γερό και από τα δύο προηγούμενα. Το έφτιαξε με τούβλα και ήταν σίγουρος ότι τα γουρουνάκια δεν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι. Επίσης έβαλε μία καμινάδα και τζάκι. Τα γουρουνάκια πήγαν μέσα στην καμινάδα έπεσαν πάνω στη φωτιά και έγινε κρατσανιστή η ουρά τους. 

Στο τέλος τα γουρουνάκια κατάλαβαν το λάθος τους και είπαν ότι δεν θα το ξανά έκαναν ποτέ.

Δημήτρης Κόττης

Ένα παραμύθι από την ανάποδη

Το μικρό λυκάκι πρέπει να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του. 

“Προσοχή! Στο δάσος κυκλοφορούν επικίνδυνες Κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί” είπε η μαμα λύκαινα  στον Άκη, το μικρό λυκάκι.  

“Γιατί να θέλουν το  κακό μου;” ρώτησε ο Άκης.

 Η μαμά  λύκαινα είπε στον Άκη: “ Οι άνθρωποι μας θεωρούν άγρια ζώα και φοβούνται μην τους κάνουμε κακό”. 

“Μα μαμά εμείς δεν πειράζουμε κανέναν ούτε θέλουμε να κάνουμε κακό. Θέλω να είμαι φίλος με όλους” 

“Το ξέρω, Άκη μου, αλλά οι άνθρωποι δεν μας γνωρίζουν για να μας καταλάβουν. Άντε, τώρα πήγαινε στη γιαγιά, αλλά πρόσεχε μη βγεις από το δάσος γιατί έξω από εκεί υπάρχουν κυνηγοί”.  

Ο  Άκης ξεκίνησε να πάει στη γιαγιά του. Στον δρόμο όμως είδε ένα λαγουδάκι και θέλησε  να παίξει. Όμως όταν τον είδε το  λαγουδάκι άρχισε να τρέχει τρομοκρατημένο και ο Άκης το ακολούθησε και βγήκε από το δάσος. Έξω από το δάσος κυκλοφορούσε ένας κυνηγός και μόλις είδε το λυκάκι να τρέχει να πιάσει το λαγουδάκι ο κυνηγός ήταν έτοιμος να του ρίξει. Το λυκάκι τρομαγμένο σταμάτησε και κοίταξε τον κυνηγό με τα μάτια του γεμάτα δάκρυα. Όταν το είδε αυτό ο κυνηγός δεν μπόρεσε  να του ρίξει και το άφησε να φύγει. Γιατί κατάλαβε ότι όσο φοβόταν αυτός τους λύκους, άλλο τόσο φοβόταν και το λυκάκι τους ανθρώπους. Ο Άκης επέστρεψε στο δάσος και πήγε να δει τη  γιαγια  του. 

Αγγελική Αντωνοπούλου

 

Τα 7 κακομαθημένα κατσικάκια

Μία φορά και έναν καιρό σε ένα όμορφο και ήσυχο δάσος ζούσε μία λύκαινα με το μικρό της λυκάκι που τον έλεγαν Σίλβερ. 

Μια μέρα ο Σίλβερ πήγε στο δάσος για να βρει τροφή. Εκεί πέρα ξαφνικά ο Σίλβερ βρήκε επτά  κατσικάκια που ήταν τόσο κακομαθημένα. Ο λύκος τα μισούσε πολύ. Όταν τα εφτά κατσικάκια έβλεπαν έναν λύκο τον κυνηγούσαν και τον δάγκωναν.

 Όταν είδαν τον Σίλβερ τον κυνήγησαν τα κατσικάκια κι αυτός έτρεξε  γρήγορα όσο μπορούσε.  Ο λύκος ευτυχώς έφτασε στο σπίτι του και εξήγησε στη μητέρα του τι είχε γίνει. Όταν η μαμά του το άκουσε αυτό, πήγε να δώσει ένα μάθημα στα κατσικάκια. 

Η λύκαινα  πήγε στο δάσος και τους είπε να την ακολουθήσουν  χωρίς να ξέρουν που τους  πηγαίνει. Εκεί  όταν φτάσανε πέταξε τα κατσικάκια σε μία λίμνη με κροκόδειλους.  Και  τα κατσικάκια έγιναν κομμάτια για τους κροκόδειλους.

 Έτσι οι λύκοι ζούσαν καλά και εμείς καλύτερα.

Γιώργος Γριβόπουλος

 

Τα τρία μικρά λυκάκια

Μία φορά και έναν καιρό ήταν τρία μικρά λυκάκια που ζούσαν σε ένα μικρό σπιτάκι στο δάσος. Μια ανοιξιάτικη μέρα ο μπαμπάς λύκος είπε στα λυκάκια του: 

- Καλά μου λυκάκια, έχετε μεγαλώσει πολύ! Ήρθε η ώρα να φτιάξετε το δικό σας σπίτι. Με προσοχή όμως γιατί κυκλοφορεί το επικίνδυνο μεγάλο γουρούνι.

 Πηγαίνει το καθένα λυκάκι για  να φτιάξει το δικό του σπίτι. Το πρώτο λυκάκι που ήθελε να τελειώνει γρήγορα τη δουλειά του έφτιαξε ένα σπιτάκι από άχυρο. Το δεύτερο λυκάκι έφτιαξε και αυτό γρήγορα το ξύλινο σπιτάκι του. Αφού το τελείωσε πήγε να παίξει μαζί με το άλλο λυκάκι. Καθώς παίζανε τους έφερε ο δρόμος στο σπιτάκι του τρίτου αδελφού τους που το έφτιαχνε με τούβλα και πέτρες. 

- Γιατί κάνεις τόσο σκληρή δουλειά και δεν κάνεις ένα διάλειμμα;

-  Γιατί πρέπει να προφυλαχτώ από το κακό γουρούνι. 

- Το κακό γουρούνι δεν τριγυρίζει κάπου εδώ κοντά.

 Τα δυο λυκάκια συνέχιζαν να παίζουν ανέμελα στο δάσος. Μετά από μερικές ημέρες εμφανίζεται το κακό γουρούνι. Έφτασε στα σπίτια των λύκων και άρχισε να παίρνει στο κατόπι το πρώτο λυκάκι.

 Έτρεξε γρήγορα στο σπιτάκι του  μα ένα  φύσημα ήταν αρκετό για να γκρεμιστεί το αχυρένιο   σπιτάκι. Το μικρό λυκάκι τρέχει γρήγορα προς το ξύλινο  σπιτάκι του αδερφού του. Μα με δύο φυσήματα το σπίτι πάλι γκρεμίστηκε. Και τα δυο λυκάκια τρομαγμένα φτάνουν στο σπίτι του αδερφού τους. 

- Γρήγορα, γρήγορα κλείστε πόρτες και παράθυρα φώναξε το πρώτο λυκάκι.

- Μην ανησυχείς όλα εδώ είναι κλειδαμπαρωμένα, απάντησε το τρίτο και μεγαλύτερο λυκάκι. Το λυκάκι επίσης έβαλε ένα καζάνι με νερό στη φωτιά.

 Έξω το κακό γουρούνι φυσούσε ξαναφυσούσε τίποτα. Κάθισε κάτω και προσπαθούσε να σκεφτεί με ποιον τρόπο θα μπει μέσα. Ξαφνικά του ήρθε μία ιδέα. Να μπει μέσα στην καμινάδα! 

- Χεχεχε! λυκάκια δεν γλιτώνετε  με τίποτα! είπε το κακό  γουρούνι. 

- Μπήκε μέσα στην καμινάδα αλλά όταν προσγειώθηκε κάτω έπεσε στο καζάνι με το νερό που έβραζε και τσουρουφλίστηκε. Βγήκε γρήγορα έξω ψάχνοντας δροσερά λασπόνερα να κλειστεί.

Αθανασία Παπαγεωργίου

 

Ο βοριάς και η βροχή

Μία φορά και έναν καιρό ήταν ο Βοριάς και η Βροχή και τσακώνονταν για το ποιος ήταν ο πιο δυνατός.

- Εγώ είμαι πιο δυνατός από εσένα! έλεγε ο Βοριάς συνέχεια στη Βροχή.

- Χαχαχα! Ας γελάσω! είπε  η Βροχή.

 Την ώρα που τσακώνονταν, είδαν έναν βοσκό με κάπα και είπαν να κάνουν μία συμφωνία…

- Όποιος κάνει από τους δύο μας τον βοσκό να πάει πιο γρήγορα στο σπίτι του είναι ο πιο δυνατός, είπε  ο Βοριάς. 

- Σύμφωνοι! είπε με αποφασιστικότητα η Βροχή.

 Πρώτα ο Βοριάς φύσηξε με δύναμη αλλά ο βοσκός τύλιξε σφιχτά την κάπα του και συνέχισε τον δρόμο του.

-  Αφού εγώ δεν τα κατάφερα ούτε εσύ θα τα καταφέρεις! είπε  ο Βοριάς.

 Ύστερα η Βροχή άρχισε να ρίχνει δυνατή βροχή στη γη. Τότε ο  βοσκός έγινε μούσκεμα και έτρεξε προς το σπίτι του. 

- Φίλοι;  ρώτησε η Βροχή. 

- Φίλοι! απάντησε ο Βοριάς.

Από  εκείνο τον τσακωμό και μετά έγιναν φίλοι και συνεργάζονταν πολύ συχνά 

Ιωάννα Βασιλικοπούλου

Τα τρία μικρά κατσικάκια και το  τρολ

Μία φορά και έναν καιρό ήταν μία πόλη αλλά πριν πάνε στην πόλη έπρεπε να περάσουν από μία γεφυρούλα. Λοιπόν τα τρία μικρά κατσικάκια είδαν τον τρολ που πήγαινε στην πόλη για φαγητό. 

Τα κατσικάκια πήδηξαν κάτω από τη γέφυρα για να εμποδίσουν το τρολ να περάσει, όπως τους είχε κάνει και αυτός. Γι’ αυτό είπαν να παίξουν θέατρο. Λοιπόν είπαν στον φίλο τους το πουλάκι να πει στο τρολ ότι κάτω από τη γέφυρα υπήρχαν κάτι τέρατα. 

Έτρεξαν γρήγορα στην πόλη και αγόρασαν με τα μόνα λεφτά που είχαν κοστούμια, μάσκες, περούκες, τόξα, σπαθιά, ραβδιά και ντομάτες για να του πετάξουν. Το πουλάκι είπε στο τρολ να μην περάσει, αλλά δεν το άκουσε. Εκείνη τη στιγμή τα κατσικάκια μασκαρεύονταν και τότε ήταν την κατάλληλη στιγμή και τότε πετάχτηκαν. 

Τότε το τρολ τρόμαξε πολύ και το έβαλε στα πόδια. Τώρα μπορεί να έχει φτάσει στην άλλη άκρη της γης. Και τα κατσικάκια χαρούμενα που έδωσαν ένα μάθημα στο τρολ συνέχισαν την καθημερινή τους ζωή!!!

Αλίκη Γοροζίδου

 

 

1 Σχόλιο

Υποβολή απάντησης