«Δεν έχω σήμα», Μιχαέλα Μεχτερίδου
Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει, τα φώτα της πλατείας φώτιζαν τον χώρο, ενώ, όπως συνήθως, η παρέα των παιδιών καθόταν σε ένα πεζούλι. Τα βλέμματά τους ήταν καρφωμένα στις οθόνες και επικρατούσε σιωπή. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος από τα δάκτυλά τους πάνω στις οθόνες και οι ήχοι των ειδοποιήσεων.
-«Ρε, είδατε τι ανέβασε ο Πέτρος;» είπε η Μαρία χωρίς να σηκώσει τα μάτια της από την οθόνη.
-«Ναι, εγώ το είδα», απάντησε βιαστικά ο Άγγελος.
-«Έλα, στείλτο το μου», πρόσθεσε η Ελένη.
Κανείς δεν κοίταζε κανέναν. Ξαφνικά, τα φώτα της πλατείας τρεμόπαιξαν και μετά έσβησαν. Μαζί τους χάθηκε και το σήμα.
-«Παιδιά, δεν έχω σήμα!», φώναξε ο Άγγελος.
«Ούτε κι εγώ!», είπε η Ελένη κλωτσώντας τον αέρα.
«Ωχ! Κι εγώ το ίδιο!», ξεφύσησε η Κωνσταντίνα.
Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή. Η Μαρία κοίταξε γύρω της και χαμογέλασε.
-«Θυμάστε τότε που καθόμασταν εδώ μέχρι να νυχτώσει;», ρώτησε.
-«Ναι, και παίζαμε κρυφτό όλοι μαζί», είπε η Κωνσταντίνα.
-«Μέχρι που μας φώναζαν οι δικοί μας από τα μπαλκόνια», πρόσθεσε ο Άγγελος.
-«Κι εσένα πάντα σε μάζευαν οι δικοί σου, αφού έμενες τελευταίος», του είπε η Ελένη και ξέσπασαν όλοι στα γέλια.
Η κουβέντα άρχισε να κυλά πιο εύκολα. Μικρές ιστορίες από το παρελθόν, αστείες στιγμές που όλοι θυμόντουσαν. Ο ουρανός ήταν σκοτεινός και τα κινητά παρέμεναν σιωπηλά στο παγκάκι. Σιγά σιγά η πλατεία γέμισε με φωνές και γέλια χωρίς κανένα ντιν ντιν να αποσπά την προσοχή τους.
Ο Γιάννης σηκώθηκε όρθιος απλώνοντας μπροστά τα χέρια του.
-«Καλύτερα έτσι», είπε.
-«Ναι, δεν χρειάζεται τίποτα άλλο», συμφώνησε η Μαρία.
Όλοι κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους, απορώντας και οι ίδιοι με την ανακάλυψή τους. Για πρώτη φορά τα παιδιά ένιωσαν ότι η πραγματική σύνδεση ήταν εκεί, ανάμεσά τους και όχι μέσα από τις οθόνες.
Σχολιάστε
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.


