«Μονόλογος βιβλίου που έμεινε στο ράφι», Τριαντάφυλλος Τοψής

Στο πάνω ράφι μιας σκοτεινής γωνιάς του δωματίου καθόταν ένα γέρικο βιβλίο. Οι σελίδες του παλιές, το χαρτί του είχε αρχίσει να κιτρινίζει και το μελάνι των λέξεων να ξεθωριάζει. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και συλλογίστηκε…
«Υπήρξα άραγε καλό βιβλίο; Θυμάμαι τα γαλήνια απογεύματα, όταν ο ήλιος είχε σχεδόν δύσει και τα παιδιά έμπαιναν μέσα στο σπίτι μετά από το πολύωρο παιχνίδι τους. Η γιαγιά τους πάντα τα διπλοσκέπαζε και αφού είχε σιγουρευτεί ότι ήταν ζεστά και άνετα, με έπαιρνε στα χέρια της και με διάβαζε. Θυμάμαι τη χαρά που ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, όσο η γιαγιάκα διάβαζε κάθε μία από τις σελίδες μου. Θυμάμαι ακόμα τα παρακάλια των παιδιών στο τέλος κάθε ιστορίας για μια ακόμα ιστορία και τη γιαγιά τους που μη θέλοντας να τους χαλάσει χατίρι συνέχιζε μέχρι ο ύπνος να τα πάρει απαλά και ήρεμα. Τότε θα με έκλεινε απαλά και θα με άφηνε στο κομοδίνο δίπλα τους σαν να ήμουν ένας σύντροφος στα όνειρά τους. Με τον καιρό όλα άλλαξαν, τα παιδιά μεγάλωσαν και η γιαγιά τους όλο και πιο αδύναμη, καθώς γινόταν, δεν μπορούσε να τους διηγηθεί άλλα παραμύθια. Αλήθεια, υπάρχουν τόσες ιστορίες ακόμα μέσα μου, τόσα χαμόγελα να δω και άλλα τόσα απογεύματα που δεν πρέπει να χάσω!!!»
Τις σκέψεις του τελείωσε και κοίταξε τον όμορφο ήλιο να δύει ελπίζοντας σε μια νέα ευκαιρία να χαρίσει τη συντροφιά του σε όσους την είχαν ανάγκη…
Σχολιάστε
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.


