Ο Κούπερ και οι γενναίοι φίλοι του

Ο Κούπερ και οι γενναίοι φίλοι του

Μια ιστορία για το θάρρος, τη φιλία και την αξία του να υπερασπίζεσαι το σωστό.

Η εργασία αυτή υλοποιήθηκε από τους μαθητές του Γ4 στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων για τον Ενεργό Πολίτη.

Ο Κούπερ ήταν ένας μικρόσωμος σκύλος με κοντό καφέ τρίχωμα και τεράστια καστανά μάτια. Ήταν πάντα ευγενικός, χαμογελαστός και πρόθυμος να κάνει φίλους. Ζούσε σε μια μεγάλη γειτονιά στην οποία υπήρχαν πολλά σκυλιά αρκετοί χώροι για παιχνίδι. Θα πίστευε κανείς πως ο Κούπερ περνούσε τέλεια σε αυτήν τη γειτονιά, όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι.

Εκεί υπήρχαν τέσσερα σκυλιά που τον έκαναν να φοβάται: ο Μπρούνο, ένα τεράστιο ντόμπερμαν με άγριο βλέμμα, η Ρόξυ, ένα ασπρόμαυρο σκυλί Δαλματίας με βραχνή φωνή, ο Τάισον, ένας γκρίζος πίτμπουλ που πάντα κυνηγούσε τους άλλους, και ο Σπάικ, ένας βρώμικος και άγριος σκύλος με μακριά νύχια και κοφτερά δόντια.

Αυτοί οι τέσσερις είχαν βάλει στο στόχαστρο τον Κούπερ.

Κάθε φορά που ο Κούπερ πήγαινε στο πάρκο, αυτοί τον κορόιδευαν. Του έπαιρναν τη μπάλα του, του έσκαβαν τις λακκούβες του και κάποιες φορές τον έσπρωχναν ή του γάβγιζαν απειλητικά. Με λίγα λόγια, δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί!

«Πού πας, μικρέ; Αυτό το μέρος είναι για σκυλιά με θάρρος!», γάβγιζε ο Μπρούνο.

Ο Κούπερ κατέβαζε τη μουσούδα του και απομακρυνόταν. Δεν ήθελε να προκαλέσει μπελάδες. Όσο όμως οι διώκτες του τον έβλεπαν να υποχωρεί, τόσο τον βασάνιζαν κάθε φορά που διασταυρώνονταν οι δρόμοι τους.

Μέρα με τη μέρα ο Κούπερ έχανε το κέφι του. Δεν ήθελε να πάει βόλτα, ούτε να παίξει. Έμενε στο σπίτι και κοίταζε έξω από το παράθυρο.

Η οικογένειά του έβλεπε την αλλαγή αυτή στη συμπεριφορά του, αλλά δεν καταλάβαινε τι του συνέβαινε. Πίστευαν ότι απλώς βαριόταν. Δε μπορούσαν να  αντιληφθούν ότι ο Κούπερ στην πραγματικότητα φοβόταν.

 Ένα μεσημέρι, ενώ καθόταν μόνος του κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, τρία άγνωστα σκυλιά τον πλησίασαν. Ήταν η Λούνα, ένα χρυσό ριτρίβερ με ήρεμο βλέμμα, ο Μαξ, ένας ζωηρός χάσκι με μπλε μάτια, και η Μπέλα, μια χαρούμενη καφέ-μαύρη λαμπραντόρ.

«Γεια σου!», είπε η Λούνα. «Είσαι καλά;»

Ο Κούπερ δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε τους νεοφερμένους με επιφύλαξη. Δεν ήξερε αν έπρεπε να μιλήσει.

«Φαίνεσαι λυπημένος», είπε η Μπέλα. «Θέλεις παρέα;»

Λίγο με δισταγμό, λίγο με φόβο, ο Κούπερ εξήγησε τι του συνέβαινε. Τα τρία σκυλιά άκουσαν με προσοχή. Δεν γέλασαν, ούτε αδιαφόρησαν. Αντίθετα, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και συμφώνησαν: «Δεν θα σε αφήσουμε μόνο σου.»

Την επόμενη μέρα, ο Κούπερ πήγε στο πάρκο μαζί με τους νέους του φίλους. Όταν ο Μπρούνο και η παρέα του τον είδαν, πλησίασαν με το γνωστό ύφος.

«Α, γύρισες; Και έφερες και προστασία;» τον χλεύασε ο Σπάικ.

Η Λούνα μπήκε μπροστά. «Ο Κούπερ είναι φίλος μας. Γι’ αυτό να το σκεφτείτε καλά αν έχετε σκοπό να τον πειράξετε!»

«Αν έχετε σκοπό να του κάνετε τη ζωή δύσκολη, είναι καλύτερο για εσάς να φύγετε.», είπε με θάρρος ο Μαξ.

Η Μπέλα δεν μίλησε αλλά στάθηκε με αποφασιστικότητα δίπλα στον Κούπερ, δείχνοντας ότι δεν ήταν πια μόνος.

Ο Μπρούνο σάστισε. Δεν περίμενε ότι κάποιος θα υπερασπιζόταν τον Κούπερ.

«Δεν αξίζει να τον πειράζουμε άλλο», μουρμούρισε ο Τάισον.

Η Ρόξυ έριξε μια ματιά στη Λούνα και χαμήλωσε το βλέμμα.

Από εκείνη τη μέρα τα πράγματα άλλαξαν. Ο Κούπερ δεν ήταν πια μόνος. Η Λούνα, ο Μαξ και η Μπέλα περνούσαν από το σπίτι του και τον έπαιρναν μαζί τους. Έπαιζαν και του μάθαιναν παιχνίδια και κόλπα.

Οι τέσσερις νταήδες δεν πλησίαζαν πια. Στην αρχή κρατούσαν απόσταση, αλλά με τον καιρό άρχισαν να αλλάζουν. Ο Σπάικ, που ήταν ο πιο σκληρός, μια μέρα ήρθε και άφησε ένα κόκκαλο μπροστά στον Κούπερ. Δεν είπε τίποτα, μόνο κούνησε την ουρά του.

Μια άλλη μέρα, ο Τάισον πλησίασε την παρέα και ρώτησε αν μπορούσε να παίξει μπάλα μαζί τους.

Ακόμα και ο Μπρούνο μια μέρα τους προσέγγισε διστακτικά, στάθηκε δίπλα στον Κούπερ και είπε: «Συγγνώμη, μικρέ. Τελικά, εσύ ήσουν πιο γενναίος απ’ όλους μας.»

Ο Κούπερ χαμογέλασε. Δεν κρατούσε κακία. Πάντα είχε την ελπίδα  ότι όλοι μπορούν να αλλάξουν, αρκεί κάποιος να τους δείξει τον σωστό δρόμο. Και αυτή η ελπίδα είχε γίνει πια πραγματικότητα.

Έτσι, στο πάρκο έβλεπες πια όλα τα σκυλιά να παίζουν μαζί. Ο Κούπερ δεν ήταν μόνος. Ήταν ένας από τους πιο αγαπητούς στη γειτονιά. Όχι επειδή ήταν δυνατός, αλλά επειδή ήταν ευγενικός και είχε το θάρρος να συγχωρεί. Και κάθε φορά που κάποιο καινούριο σκυλάκι ερχόταν στη γειτονιά, ο Κούπερ ήταν ο πρώτος που πήγαινε να το καλωσορίσει. Η δυσάρεστη περιπέτειά του τον δίδαξε ότι η φιλία και η καλοσύνη είναι πιο δυνατές από κάθε μορφή εκφοβισμού.