Όνειρο είναι… ;;; (Μέρος Δεύτερο)

Γυρίζαμε πίσω στα σπίτια μας.  Τα τεράστια σύννεφα που κάλυπταν το φεγγαρόφωτο cloudsπροανάγγελλαν μια μεγάλη μπόρα.  Γι’ αυτό αποφασίσαμε να βιαστούμε και να μην περιμένουμε την καταιγίδα να μας συναντήσει στο δάσος.  Όταν φτάσαμε στο σημείο , που χωρίζονταν οι δρόμοι μας, ο Φίλιππος, ο Αλέξης και ο Χάρης δεν ακολούθησαν τους δρόμους που οδηγούσαν στα σπίτια τους.  Όταν ο Ορέστης ρώτησε τον Αλέξη γιατί δεν έρχεται μαζί του από το δικό του δρόμο, οποίος παρεμπιπτόντως αν και ήταν ο μόνος δρόμοςπου οδηγούσε στο σπίτι του Αλέξη, εκείνος δείλιασε να απαντήσει.  Μετά από λίγα λεπτά μέσα στα οποία τα γρανάζια του εγκεφάλου του είχαν πάρει φωτιά, είπε ότι αυτός και ο Φίλιππος θα πήγαιναν στο σπίτι του Χάρη, γιατί είχαν ξεχάσει τις εργασίες τους για την Ιστορία.  Κάτι βρωμούσε στην όλη κατάσταση.  Πρώτα απ’ όλα τα αγόρια ποτέ δεν έκαναν εργασίες και αν έκαναν θα ήταν γιατί ήταν αναγκασμένοι και δεύτερον δεν είχαμε καμιά εργασία για τη Δευτέρα στην Ιστορία.

Χωρίς να σχολιάσουμε αυτή την αληθοφανή ψεύτικη όμως δικαιολογία girls ang boysτου Αλέξη, φύγαμε καληνυχτίζοντας ο ένας τον άλλο.  Ενώ προχωρούσα με την Ελίνα στο δρόμο προς τα σπίτια μας, της πρότεινα να πάρουμε τηλέφωνο τη Σάντρα γιατί κάτι δεν κολλούσε στην ιστορία και τα αγόρια συνηθίζουν να κρύβουν πράγματα.  Ίσως να μη φοβήθηκε μόνο αυτή αλλά και κάποιος από τους μυστικοπαθείς φίλους μας.

Το κινητό χτυπούσε αλλά κανείς δεν απαντούσε από την άλλη πλευρά.  Η Ελίνα πρότεινε να ξαναπροσπαθήσουμε το πρωί γιατί η καταιγίδα πλησίαζε.  Συμφώνησα μαζί της και τη χαιρέτησα.  Είχα όμως ένα προαίσθημα ότι, ό,τι και να ήταν δε μπορούσε να περιμένει μέχρι αύριο αλλά δεν ήθελα να την ανησυχήσω.  Καθώς τώρα προχωρούσα μόνη προς το σπίτι μου η φωνή μέσα μου συνέχιζε να με προειδοποιεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.  Προσπέρασα το σπίτι μου και άρχισα να κατευθύνομαι προς το σπίτι της Σάντρας που ήταν λίγα στενά πιο κάτω.

Όταν έφτασα χτύπησα διστακτικά το κουδούνι.  Ήταν περασμένες έντεκα και ήμουν σίγουρη ότι θα ενοχλούσα τέτοια ώρα, γι’ αυτό ευχήθηκα να άνοιγε αυτή και όχι κάποιος άλλος από την οικογένειά της.  Άνοιξε η κυρία Ελένη, η οποία μόλις με είδε χωρίς την κόρη της πανικοβλήθηκε.  Με ρώτησε που ήταν η Σάντρα.  Ένιωσα σα να πάθαινα ηλεκτροπληξία και πήρε μερικά λεπτά για να βγω από το σοκ.  Της είπα ότι είχε έρθει σπίτι μου για λίγο και λόγω του άσχημου καιρού είχε χαλάσει το σήμα και δε μπορούσε να την ειδοποιήσει.  Με κοίταγε γεμάτη καχυποψία μέσα στα μάτια και προσπαθούσε να καταλάβει αν της έλεγα ψέματα ή όχι.  Μετά από αρκετά λεπτά που μου φάνηκαν αιώνες, μου είπε να της πω να γυρίσει γρήγορα γιατί ο καιρός ήταν άσχημος και ανησυχούσε για το πώς θα γύριζε αν και μέναμε τόσο κοντά.  Της είπα ότι αν δεν προλάβαινε να γυρίσει πριν αρχίσει η καταιγίδα, θα ήθελα να κοιμόμασταν μαζί.  Η μαμά της δεν έφερε καμιά αντίρρηση σ’ αυτή την ιδέα μου.  Την καληνύχτισα και κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά της εισόδου του σπιτιού τους.  Έπρεπε να βρω οπωσδήποτε τη Σάντρα.

Σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο τα αγόρια για να μου πουν την αλήθεια, τι είχε γίνει, αλλά απέρριψα αμέσως αυτή την σκέψη.  Αυτοί σίγουρα ευθύνονταν για την εξαφανισμένη φίλη μου, τα μάτια τους το μαρτυρούσαν, ότι κάτι είχε γίνει όταν ήμασταν στον πύργο.  Κάτι που δεν ήθελαν να το μοιραστούν με τους υπόλοιπους.  Το μόνο μέρος που θα μπορούσα να βρω τη Σάντρα ήταν ο πύργος.  Εκεί ξεκίνησαν όλα και αν ποτέ δεν είχε τελικά βγει από εκεί μέσα;  Τότε ο μεγαλύτερος φόβος μου με περικύκλωσε.  Αν δεν είχε βγει  ποτέ από τον πύργο, κάτι κακό της είχε συμβεί.  Αν όταν έφτανα δεν την έβρισκα, ή δε μπορούσα να  τη βοηθήσω;  Έτρεμα και μόνο στην ιδέα να μη μπορώ να κάνω κάτι για τους φίλους μου.  Αυτές οι σκέψεις με έκαναν να τρέχω προς το δάσος.  Δεν ήξερα αν θα έπρεπε να πω και σε κάποιον άλλο ότι είχα μάθει.  Άρχισε να βρέχει και εγώ άρχισα να τρέχω γρηγορότερα.tower1

Όταν έφτασα και αντίκρισα τον πύργο, φαινόταν πιο επιβλητικός από ποτέ.  Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι ήμουν ολομόναχη εκεί και όπως είχε αποδειχθεί, δεν ήμουν και πολύ θαρραλέα.  Αλλά δεν είχα άλλη επιλογή.  Προσπάθησα να σπρώξω τη σκουριασμένη εξώπορτα, αλλά δεν κατάφερα να την ανοίξω.  Πόσο εύκολα φαινόταν ότι την είχε ανοίξει ο Ορέστης πριν λίγες ώρες.  Το νερό που έπεφτε καταρρακτωδώς από πάνω μου μετέτρεπε το χώμα σε λάσπη.  Μάλλον γι’ αυτό η πόρτα δεν άνοιγε με κανέναν τρόπο.  Υπήρχε μόνο μία λύση, να σκαρφαλώσω.  Έπρεπε να κάνω γρήγορα.  Αν το σκεφτόμουν λίγο περισσότερο σίγουρα θα δείλιαζα.  Κατάφερα να ανέβω στον τοίχο που με χώριζε από τον πύργο αλλά το να τον κατέβω δεν ήταν το ίδιο.  Ήταν αρκετά ψηλά.  Τα πόδια μου γλιστρούσαν από τις λάσπες και έτρεμαν από το κρύο και το φόβο.  Το δάσος είχε μεταμορφωθεί σε ένα ψυχρό και ανατριχιαστικό φόντο ενός ζωντανού εφιάλτη, από το οποίο δε μπορούσα να αποδράσω με κανένα τρόπο.  Προσπάθησα να κατέβω προσεχτικά, αλλά δεν τα κατάφερα.  Τα γόνατά μου λύγισαν και σωριάστηκα στο έδαφος με δύναμη.  Ένιωσα το αίμα να τρέχει ζεστό από τις πληγές του πεσίματός μου.  Μόλις κοίταξα τις πληγές μου, οι οποίες έτσουζαν, αμέσως ο φόβος έκανε την επίσκεψή του ξανά.  Είδα μια σκιά να τρέχει πίσω από κάτι θάμνους, φοβήθηκα να την ακολουθήσω.  Σηκώθηκα και άρχισα να περπατάω βιαστικά προς το πίσω μέρος του πύργου.

Αυτή τη φορά τα σκαλιά έτριζαν περισσότερο και έτσι ανοιχτά που είχαμε αφήσει, το υπόγειο είχε αρχίσει να πλημμυρίζει.  Ακολούθησα τη σκάλα προς τα δεξιά αυτή τη φορά.  Δεν ήξερα τι με περίμενε λίγο πιο πάνω, γι’ αυτό άρχισα να ανεβαίνω όσο πιο αθόρυβα τη σκάλα, που σπαρταρούσε και έτριζε με κάθε μου βήμα κάνοντας αισθητή την παρουσία μου.  Προσπαθούσα να κρύβομαι, γιατί αυτή η σκιά που είχα δει προηγουμένως, ανήκε σε κάποιον που σίγουρα δε θα χαιρόταν από την παρουσία μου.  Οι σκάλες οδηγούσαν σε ένα μικρό δωμάτιο.  Στο πάτωμα υπήρχε ένα άσπρο σεντόνι και αίμα.  Μόλις το είδα μια μικρή κραυγή ξέφυγε από το στόμα μου.  Ο φόβος τώρα προσπαθούσε να κάνει την καρδιά μου να σταματήσει να χτυπά.  Ακούμπησα το αίμα.  Ό,τι είχε γίνει σ’ αυτό το δωμάτιο, είχε γίνει πριν από λίγες ώρες και όχι πριν από χρόνια.  Το αίμα δεν υπήρχε μόνο πάνω στο σεντόνι.  Το πάτωμα ήταν γεμάτο από κηλίδες αίματος.

Σε μια γωνία υπήρχε ένα μεγάλο πανάρχαιο ρολόι, πάνω στο οποίο υπήρχαν διάφορα γυάλινα πράγματα.  Το πάτωμα είχε γεμίσει από γυαλιά που έδειχναν ότι κάποιο από αυτά είχε σπάσει.  Ενώ προσπαθούσα να καθησυχάσω τον εαυτό μου και να τον πείσω ότι τρομάζω για το τίποτα, το τεράστιο ρολόι άρχισε να δονείται.  Είχε ενοχληθεί που το είχα βγάλει από τον ύπνο του με το φως του φακού μου.  Άρχισα να κάνω βήματα προς τα πίσω.  Σκόνταψα κάπου.  Γύρισα για να αντικρύσω το αντικείμενο που ευθύνονταν για την πτώση μου.  Ήταν και άλλα σκαλιά.  Έριξα φως με το φακό μου.  Το αίμα στο πάτωμα κατευθύνονταν προς τις σκάλες.

Κρύος ιδρώτας άρχιζε να με λούζει.  Η καρδιά μου σφυροκοπούσε.  Μαχόταν σθεναρά το φόβο , που φαινόταν ότι είχε το πάνω χέρι.  Ανέβηκα τις σκάλες, ξέροντας ότι καθένα από αυτά τα βήματα ίσως να ήταν ένα από τα τελευταία μου. teady bear1

Στο τέλος της σκάλας, με περίμενε ένας τεράστιος αρκούδος με ένα μάτι.  Ήταν η σοφίτα.  Τα παιχνίδια είχαν καλύψει όλες τις γωνίες της τεράστιας σοφίτας.  Όλα είχαν  κάποιο ελάττωμα, έμοιαζαν με τραυματίες πολέμου.  Η σοφίτα είχε ένα τεράστιο παράθυρο.  Κάθε κεραυνός φώτιζε το εσωτερικό της σοφίτας και ζωντάνευε όλα τα νεκρά παιχνίδια.

Όποιος και να προσπαθούσε να με φοβίσει επίτηδες, ποτέ δε θα τα κατάφερνε να τα πάει τόσο καλά.  Δεν ήθελα να συνεχίσω να βλέπω όλα αυτά τα δυστυχισμένα και πονεμένα  παιχνίδια εγκαταλελειμμένα σε ένα τόσο σκοτεινό μέρος.  Ένιωθα όλες τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν.  Ο φόβος είχε νικήσει.  Δεν είχα τη δύναμη να συνεχίσω.  Ξαφνικά ακούστηκαν γέλια.  Κάποιος γελούσε δυνατά κάτω από τα πόδια μου, που ήταν τα πρώτα που ηττήθηκαν σ’ αυτή τη μάχη.

Έβαλα όλο το κουράγιο μου, που μου είχε απομείνει, σηκώθηκα για μια τελευταία φορά, προσπέρασα τον αρκούδο που με καλωσόρισε στη σοφίτα.  Όποιος ήταν αυτός που γέλαγε άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες.  Έκανα πιο γρήγορα.  Προσπέρασα όλα τα τεράστια λούτρινα αρκουδάκια.  Λίγο πριν φτάσω στη γωνία της σοφίτας τα πόδια μου έπαψαν να υπακούνε τις εντολές μου.  Με το τελευταίο μου πέσιμο ο φακός μου έσβησε.  Δε μπορούσα να κάνω τίποτα.  Με το χέρι μου προσπάθησα να πιάσω κάποιο από τα τραυματισμένα παιχνίδια που υπήρχαν γύρω μου.  Τα χέρια μου όμως δεν ακούμπησαν τίποτα λούτρινο.  Δε μπορούσα να διακρίνω τι ήταν.  Και τότε ένας κεραυνός φώτισε τη σοφίτα ξανά για λίγα δευτερόλεπτα.  Τα μάτια μου γούρλωσαν.  Αυτό που έπιασα δεν ήταν παιχνίδι, αλλά ήταν το ίδιο τραυματισμένο με όλα τα υπόλοιπα παιχνίδια.  Ήταν η Σάντρα.  Είχε κλειστά τα μάτια.  Νόμιζα ότι ήταν νεκρή.  Τα μάτια μου δάκρυζαν, ήθελα να ουρλιάξω, αλλά δε μπορούσα.  Την πήρα αγκαλιά και τότε άκουσα τον παλμό της.  Τα μαλλιά της ήταν γεμάτα αίματα, αλλά δεν είχε πεθάνει.  Ήταν λιπόθυμη.

Έπρεπε να φύγουμε από αυτό το φρικιαστικό μέρος.  Όμως είχα ξεχάσει τη σκιά, η οποία τώρα είχε μπει στο δωμάτιο και τώρα κατευθύνονταν προς το μέρος μας.  Δε μπορούσα να δω ποιος ήταν , αλλά η ακοή μου που είχε οξυνθεί με προειδοποιούσε ότι ήταν πολύ κοντά.. Ένιωθα αβοήθητη, ενώ έπρεπε να βοηθήσω τη φίλη μου.

Η φιγούρα έπιασε το φακό μου από κάτω.  Τον άναψε.  Το φως με τύφλωσε, η καρδιά μου ήξερε ότι το τέλος ήταν κοντά.. Σκοτάδι…asleep

Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν στο κρεβάτι μου.  Δε μπορούσα να πιστέψω ότι όλα αυτά ήταν ένας εφιάλτης.  Όλα στριφογύριζαν στο μυαλό μου.  Όλα έμοιαζαν τόσο αληθινά.  Κατέβηκα από το δωμάτιό μου.  Ο μπαμπάς έβλεπε τηλεόραση.  Το έκτατο τοπικό δελτίο έλεγε ότι ο πύργος είχε καεί από πυρκαγιά που είχε προκληθεί από κεραυνούς το προηγούμενο βράδυ.

Έπιασα το σταθερό και άρχισα να σχηματίζω το τηλέφωνο του σπιτιού της Σάντρα.  Το σήκωσε η Σάντρα και μου είπε καλημέρα.  Το έκλεισα.  Ανέβηκα βιαστικά στο δωμάτιό μου, έβαλα κάτι πάνω μου και είπα ότι θα πήγαινα μια βόλτα.fire department

Πήγα στον πύργο.  Το δάσος φαινόταν γεμάτο ζωή αυτή τη φορά.  Ο πύργος όντως είχε καεί, αλλά και έτσι όπως ήταν έμοιαζε επιβλητικός.  Η πυροσβεστική ήταν εκεί.  Είχε σώσει λίγα πράγματα.  Ο μεγάλος αρκούδος με το ένα μάτι και το ρολόι δεν είχαν παραδοθεί στις φλόγες χθες.   Αν τίποτα από όσα είχαν γίνει χθες δεν ήταν αληθινά, τότε πως ήξερα ότι υπήρχαν μέσα στον πύργο;

Ένας τρόπος υπήρχε για να σιγουρευτώ.  Κοίταξα τα πόδια μου.  Οι πληγές ήταν ακόμα εκεί…..

 Αντωνία  Ποδότα

Σχολιάστε

Όροι Χρήσης schoolpress.sch.gr | Δήλωση προσβασιμότητας
Top