Η 9η Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του εθνικού μας ποιητή, ∆ιονυσίου Σολωµού, καθιερώθηκε το 2017 ως Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας και ο εορτασμός αυτός στόχο έχει να αναδείξει τον θεμελιώδη ρόλο που διαδραμάτισε η ελληνική γλώσσα ανά τους αιώνες. Το 1824 ο Σολωµός έγραψε στον περίφηµο «∆ιάλογό» του: «Μήγαρις ἔχω ἄλλο στόν νοῦ µου, πάρεξ ἐλευθερία καί γλῶσσα;» όπου συσχετίζει την Ελευθερία µε τη Γλώσσα ως µέσο διαφωτισµού του λαού και απολύτρωσής του από το σκοτάδι της αµάθειας.
Η αξία της ελληνικής γλώσσας αποτυπώνεται στην ίδια τη δύναμή της, την ιστορικότητα, τη διαχρονικότητα και τον πλούτο της. Πρόκειται για μια γλώσσα που μιλιέται αδιάλειπτα εδώ και 40 αιώνες! Επί 28 αιώνες γράφεται με την ίδια γραφή και το ίδιο αλφάβητο και επί 24 αιώνες γράφεται με την ίδια ορθογραφία. Η ενότητα της Ελληνικής Γλώσσας είναι µια σπουδαία αρετή της, όπως έχει επισηµάνει ο Γ. Σεφέρης :«Από την πρώτη στιγµή που µίλησε ο Όµηρος ως τα σήµερα, µιλούµε ανασαίνοµε και τραγουδούµε την ίδια γλώσσα». Παράλληλα, η Ελληνική είναι η πιο πλούσια Γλώσσα του κόσµου, µε 7.000.000 περίπου λέξεις (αρχαίες, µεσαιωνικές, νεότερες και σύγχρονες) και 300.000 σηµασίες. Επίσης, πολλές ελληνικές λέξεις νοηµατοδοτούν ξεχωριστές έννοιες, βιώµατα ή συναισθήµατα. Μόνο η Ελληνική Γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα, το ατύχηµα από το δυστύχηµα.
Λίγη ιστορία…
Mέσα στο διαλεκτικό μωσαϊκό της αρχαίας Ελλάδας, Μακεδονική, Ιωνική, Δωρική, Αιολική, Αρκαδοκυπριακή διάλεκτο, αρχίζει να ξεχωρίζει, ήδη από τα κλασικά χρόνια (5ος αιώνας π.X.), μία διάλεκτος: η Αττική, που μιλιόταν στην πόλη-κράτος των Aθηνών. H διάλεκτος αυτή απόκτησε ιδιαίτερο κύρος λόγω του ηγεμονικού ρόλου της Αθήνας. Kαι όπως συνήθως συμβαίνει, η πολιτική και οικονομική ηγεμονία δημιουργεί τους όρους και γλωσσικής ηγεμονίας: η αττική διάλεκτος απλώθηκε πέρα από τα αρχικά της όρια. Το επόμενο κρίσιμο επεισόδιο για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας είναι η διαμόρφωση της Κοινής Ελληνιστικής, της γλώσσας του Ευαγγελίου, στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πρόκειται για ένα πανελλήνιο γλωσσικό μέσο, βασισμένο στην αττική διάλεκτο, που πήρε διαστάσεις διεθνούς γλώσσας της εποχής, αφού τη διδάσκονταν και οι κατακτημένοι από τον Μ. Αλέξανδρο λαοί. Το επόμενο κρίσιμο επεισόδιο είναι η διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής γλώσσας, της νέας «Κοινής», στα πλαίσια του ελληνικού εθνικού κράτους, που δημιουργείται μετά την επιτυχή Eπανάσταση του 1821 κατά της οθωμανικής κυριαρχίας. Στον γραπτό λόγο, στη διοίκηση και στην εκπαίδευση εξακολουθούσε να κυριαρχεί, σε διάφορες εκδοχές, η αρχαΐζουσα μορφή γλώσσας, η καθαρεύουσα, στα χρόνια μετά την απελευθέρωση και στη διάρκεια του 20ου αι. Tα ρήγματα όμως σιγά σιγά άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, ιδίως στον χώρο της λογοτεχνίας, όπου βαθμιαία άρχισε να κυριαρχεί η δημοτική. Υπέρμαχοι της δημοτικής υπήρξαν ο Διονύσιος Σολωμός και η Επτανησιακή Σχολή, ο Κωστής Παλαμάς και η Νέα Αθηναϊκή Σχολή, ο Αλέξανδρος Πάλλης, ο Αργύρης Εφταλιώτης. Η διαδρομή όμως προς την επικράτηση της δημοτικής δεν ήταν ευθύγραμμη, καθώς το γλωσσικό ζήτημα, η διάσταση δηλαδή ανάμεσα στην ομιλούμενη γλώσσα του λαού, τη δημοτική και την καθαρεύουσα, επίσημη γλώσσα της διοίκησης και της παιδείας, δεν έχει προηγούμενο σε άλλη γλώσσα.
«Το ταξίδι μου» (1888) του Γιάννη Ψυχάρη έδωσε ώθηση στη χρήση της δημοτικής και αποτέλεσε το ευαγγέλιο του νεότερου δημοτικισμού. Η έκδοση μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1901) σε ακραία δημοτική στην εφημερίδα «Ακρόπολη» από τον Αλέξανδρο Πάλλη, προκάλεσε βίαιες διαμαρτυρίες από καθηγητές και φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών με αιματηρά αποτελέσματα (τα επεισόδια έγιναν γνωστά ως «Ευαγγελικά»). Επίσης, η παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου στη δημοτική, από το Εθνικό θέατρο (1903), έγινε η αιτία νέων αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων (τα λεγόμενα «Ορεστειακά»). Η πρώτη επιτυχής επίσημη κίνηση για την καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση έγινε το 1917, με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της προσωρινής κυβέρνησης του Βενιζέλου, που όριζε τη δημοτική ως γλώσσα που θα χρησιμοποιούνταν πλέον στις πρώτες τάξεις των σχολείων. Μετά την εκλογική ήττα όμως του Βενιζέλου το 1920 ο νόμος ακυρώθηκε και η καινούργια κυβέρνηση διέταξε τα αναγνωστικά του Δημοτικού που ήταν γραμμένα στη δημοτική («Τα Ψηλά Βουνά») «να καῶσιν ὡς ἔργα ψεύδους». Στη συνέχεια, στα χρόνια της Κατοχής ο καθηγητής Ιωάννης Κακριδής διώχτηκε ποινικά («Δίκη των τόνων»), επειδή τόλμησε να δημοσιεύσει την πανεπιστημιακή του παράδοση στη δημοτική και στο μονοτονικό σύστημα. Ωστόσο, το 1964 η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, με τον Ευάγγελο Παπανούτσο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε την ελευθερία στους εκπαιδευτικούς να χρησιμοποιούν όποια από τις δυο γλώσσες ήθελαν, ενώ γινόταν η διδασκαλία και των δύο. Η κατάχρηση των μαγικών ιδιοτήτων της καθαρεύουσας από τη στρατιωτική δικτατορία του 1967 αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της. Τέλος, το γλωσσικό ζήτημα έλαβε τέλος τη δεκαετία του ’70, μετά από σχεδόν ενάμιση αιώνα διαμάχης. Το 1976 ο υπουργός Παιδείας Γεώργιος Ράλλης εισηγείται και η κυβέρνηση Καραμανλή αποφάσισε με νομοσχέδιο τη χρήση της δημοτικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Κλείνοντας επισημαίνουμε ότι η Ελληνική Γλώσσα και σκέψη έχει συµβάλει ουσιαστικά στην εδραίωση τόσο του Ευρωπαϊκού, όσο και του Παγκόσµιου πολιτισµού, καθώς έχει υποστεί το βάρος της εξέλιξης του ανθρώπινης σκέψης και επιστήμης, αφού βρισκόταν σε μία διαρκή και πλήρη εξέλιξη για περισσότερους από τριάντα αιώνες, όπως την έκφραση λεπτών εννοιών φιλοσοφίας και επιστήμης, εννοιών πολιτικού λόγου και κρατικών θεσμών, περίπλοκων εννοιών ευαγγελικού λόγου και θεολογίας, καθώς και βαθυστόχαστων εννοιών αρχαίου δράματος, πεζογραφίας και ποίησης. Δεν είναι τυχαίο ότι η διεθνής επιστημονική γλώσσα σήμερα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ρίζες, τις λέξεις και τα παράγωγα της Ελληνικής γλώσσας για τη διατύπωση της ορολογίας σε διάφορους τομείς της επιστήμης. Κι όπως έχει ειπωθεί και από τον ίδιο τον ιδρυτή της Microsoft, «η Ελληνική Γλώσσανµε τη µαθηµατική δοµή της είναι η Γλώσσα της Πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγµένων υπολογιστών.
