Μεγάλο πράμα η εργασία

Μόλις είχε βγει από την πελώρια σιδερένια πόρτα. Και πλέον γνώριζε πως δεν επρόκειτο να ξανανοίξει. Ήταν πια αδιαπέραστη και το σίδερό της επιβλητικότερο από ποτέ, σαν να της έλεγε: «Εδώ δεν πατάς ξανά, δεν υπάρχει πλέον χώρος για σένα». Σκληρή η απόλυση και ανάλγητο το σίδερο. Η δύσκολη ώρα όμως δεν είχε έρθει ακόμη. Θα ερχόταν. Ο χρόνος ήταν αναπόφευκτος εχθρός της.

Πήρε το δρόμο για το σπίτι, αφού πρώτα «είχε πάρει δρόμο από το σίδερο». Αυτή τη φορά όμως, ποθούσε, όπως το παιδί την καραμέλα, ο δρόμος της επιστροφής να είναι μακρύς και βραδύς. Πώς θα έλεγε στα παιδιά της ότι την καραμέλα στο εξής θα την… ονειρεύονται μονάχα; Δεν ήθελε κι αρνούνταν πεισματικά. Ήταν δυνατός και περήφανος άνθρωπος. Ήταν οικογενειάρχισσα. Ναι, οικογενειάρχισσα και όχι οικογενειάρχης (η αρρενωπότητα της λέξης αποβαίνει σχεδόν τοξική). Ήταν αρχηγός και κυρία του εαυτού της, ήταν μοδίστρα και μάνα, μάνα μόνη δίχως σύζυγο. Και όχι, δεν τον αντικατέστησε, δεν έγινε «ο άντρας του σπιτιού». Ήταν η γυναίκα του σπιτικού της και ήταν πλέον άνεργη.

Ο χρόνος όμως, ήταν αναπόφευκτος εχθρός της. Έφτασε σπίτι. Άκουσαν τότε τα παιδιά τον ήχο που μόνο το σιδερένιο κλειδί της μάνας τους παρήγαγε σαν ξεκλείδωνε την σιδερένια, επίσης, πόρτα. Η μάνα φίλησε τα δυο της παιδιά στοργικά στο μέτωπο. Ήξερε, το ένιωθε ότι πλησίαζε η ώρα της ανακοίνωσης της δυσάρεστης είδησης και συνάμα της απογοήτευσης στα παιδικά πρόσωπα. Θα το άντεχε όμως. Ήταν δυνατός και περήφανος άνθρωπος.

Τους έβαλε μικρότερη μερίδα φαγητό απ’ ό,τι συνήθως και έβγαλε το σίδερο να σιδερώσει. Τι να πρωτοσιδερώσει όμως; Τα ρούχα, το γεμάτο ρυτίδες πρόσωπό της ή το χιλιοτσακισμένο ηθικό της; Έβαλε κάτω την πρώτη πουκαμίσα. Δεν άντεξε όμως να τη σιδερώσει στη θέα του γκρι… Γκρι το ρούχο, γκρι το σίδερο, γκρι η δική της η πόρτα, γκρι… Γκρίζα τα μαλλιά της – πρόωρα. Γκρίζο το μέλλον. Σκούρο γκρι.. Γκρι και η σιδερένια πόρτα της βιοτεχνίας, γκρι και το μηχάνημα που της έκλεψε την δουλειά. Όμως το μηχάνημα ούτε δυο παιδιά είχε, ούτε νερό, ούτε ρεύμα πλήρωνε. Λεπτομέρειες, υποθέτω.

anergi-mitera-patra_aftodioikisi

Το είχε τώρα πάρει απόφαση. Έπρεπε να καθίσει κάτω τα παιδιά της και να τους ανακοινώσει την απόλυσή της. Ήταν σε ηλικία που καταλάβαιναν πλέον. Όσο το «καταλάβαιναν»  ισχύει για ένα δεκάχρονο πιτσιρίκι. Ένα τέτοιο γεγονός θα τα δοκίμαζε και θα τα ωρίμαζε πριν την ώρα τους. Θα τα έκανε να «καταλάβουν». Και μετά η κατανόηση αυτή θα ήταν μη αναστρέψιμη…

Τα συγκέντρωσε γύρω από την σόμπα. Ακόμη κι αν η καρδιά τους πάγωνε, ήθελε το σώμα τους να διατηρηθεί ζεστό. Δεν ήξερε όμως τι να πει. Πώς να αρχίσει; «Η μαμά έμεινε χωρίς δουλειά;» «Τη μαμά την απέλυσαν;» -και όχι δεν «απολύθηκε», την απέλυσαν- «Μια μηχανή αντικατέστησε τη μαμά στη δουλειά;» Και πού θα κατέληγε; «Θα πεινάσουμε…», «Θα πεθάνουμε…» (πιο κυνικά τα δύο τελευταία, αλλά αν έμενε για πολύ χωρίς δουλειά, ε τι, πώς θα ζούσαν, ουρανοκατέβατο θα ’ρχόταν το φαΐ; Καλά ποτέ δεν ξέρεις, εδώ έγινε η μηχανή μοδίστρα…). Ίσως τελικά η ανακοίνωση στα παιδιά της να ήταν πιο δύσκολη κι από την ίδια την απόλυσή της, πιο σκληρή και απ’ το ανάλγητο σίδερο της πόρτας στη βιοτεχνία.

Δεν πρόλαβε να αρθρώσει λέξη, όταν… χτύπησε το κουδούνι. Τρόμαξε προς στιγμήν. Κάθε τι νέο ή άξαφνο -μετά την ανακοίνωση της απόλυσης- είχε αποκτήσει αιχμηρά χαρακτηριστικά για τον ευαίσθητο ψυχισμό της. Άνοιξε ελάχιστα την πόρτα, μη ξεγλιστρήσει η ζέστη από τα παιδιά της. Ήταν ο διευθυντής της γειτονικής βιοτεχνίας. Είχε πληροφορηθεί την απόλυσή της κι έψαχνε έμπειρα άτομα, καθώς θα άνοιγε ακόμη ένα παράρτημα. Και της πρότεινε να εργαστεί για εκείνον. Η πόρτα της άνοιξε τότε διάπλατα, γιατί ήξερε ότι είχε εξασφαλίσει την ζεστασιά της σόμπας για ακόμη λίγο…

Έκανε τρεις φορές τον σταυρό της, έβαλε τον άνθρωπο στο σπίτι της και άναψε το καντήλι της. Τον κέρασε ό,τι είχε και τον ευχαριστούσε και τον ευγνωμονούσε και τον ευλογούσε. «Σωτήρα» τον φώναζε, γιατί έσωσε το σπιτικό της και τις ψυχές των παιδιών της. Τα παιδιά, όταν μεγάλωσαν κατάλαβαν γιατί στο καλό η μάνα τους τον μακάριζε αυτόν τον κύριο, και δώστου ευχές και δώστου ευλογιές και δώστου προσευχές… Φωτιά μόνο πως δεν πήραν από το καντήλι!

Όταν κάθονται τώρα όλοι μαζί καμιά φορά -γιατί έχουν τα παλληκάρια και τις δικές τους οικογένειες- το λένε και γελάνε, και δώστου γέλια και δώστου χάχανα…

Μεγάλο πράμα η εργασία βρε παιδί μου τελικά…πολύ μεγάλο.

 

5 Σχόλια

  1. Δεν σταματάς να με εκπλήσσεις! Μοναδική η «πένα» σου όσο και η ευαισθησία σου στα κοινωνικά -οικουμενικά- ζητήματα που βασανίζουν τον σημερινό άνθρωπο. Έχεις τον θαυμασμό μου!

  2. Η φράση «οικογενειάρχισσα και όχι οικογενειάρχης (η αρρενωπότητα της λέξης αποβαίνει σχεδόν τοξική)» με άφησε άφωνη, καθώς με την δύναμη και τον ρεαλισμό της γκρεμίζει στερεότυπα!Τι ταλέντα έχει βγάλει το παλιό μου σχολείο!!!

    • Ταλεντάρες! Σ” ευχαριστούμε που διαβάζεις τι γράφουν τα παιδιά μας! Άλλωστε, επειδή ήσουν κι εσύ μαθήτρια στο 8ο Λύκειο Περιστερίου, νιώθεις ακόμη πιο πολύ τον σφυγμό τους!

Υποβολή απάντησης