Η ραγδαία εξάπλωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης τις τελευταίες δεκαετίες έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν, ενημερώνονται, δημιουργούν φιλικές και όχι μόνο σχέσεις και διαμορφώνουν την ταυτότητά και την προσωπικότητα τους. Ωστόσο, όταν πρόκειται για παιδιά κάτω των 15 ετών, η ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε αυτές τις πλατφόρμες εγείρει σοβαρά ερωτήματα, αρκετούς κινδύνους και ανησυχίες. Η κατάργηση ή τουλάχιστον ο αυστηρός περιορισμός της χρήσης τους σε αυτή την ηλικιακή ομάδα δεν αποτελεί υπερβολή, αλλά μια αναγκαία κίνηση προστασίας.
Πρώτον, η ψυχική υγεία των παιδιών βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, όταν περνούν απεριόριστες ώρες στα social media. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενισχύουν τη σύγκριση με λανθασμένα ή εξιδανικευμένα και πλαστά πρότυπα ζωής και εμφάνισης, οδηγώντας σε χαμηλή αυτοεκτίμηση, άγχος και, σε πιο ακραίες περιπτώσεις, κατάθλιψη. Επίσης μια τέτοια στάση ζωής, προωθεί τον φθόνο και τη ζήλια προς άγνωστους αλλά και γνωστούς ανθρώπους.
Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί βλέπει έναν διάσημο ή έναν συγγενή ή φίλο του, να ανεβάζει <<stories>> και να κατακλύζεται από <<likes>> για δραστηριότητες που και ο ίδιος θα ήθελε να κάνει, αλλά δεν μπορεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να του προκληθούν αισθήματα μίσους προς αυτόν που πραγματοποίησε ένα δικό του όνειρο. Ένα παιδί που ακόμη διαμορφώνει την προσωπικότητά του είναι ιδιαίτερα ευάλωτο σε τέτοιου είδους επιρροές, καθώς δεν έχει καλλιεργήσει την κριτική του σκέψη.
Δεύτερον, η έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Δυστυχώς, οι πλατφόρμες αδυνατούν να προστατεύσουν από τέτοιο περιεχόμενο τους ανηλίκους. Αυτή η προβολή σε συνδυασμό με το ότι τα άτομα που παρακολουθούν τέτοιου είδους βίντεο, δεν είναι πλήρως ενημερωμένοι για τη σεξουαλική ζωή ή τις βίαιες συμπεριφορές, μπορούν να επιφέρουν σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Επιπλέον, το φαινόμενο του διαδικτυακού εκφοβισμού έχει λάβει πλέον ανησυχητικές διαστάσεις, με σοβαρές συνέπειες για την ψυχική υγεία και την κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών.
Τρίτον, η υπερβολική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αποσπά την προσοχή από βασικές δραστηριότητες ,όπως το σχολείο, το παιχνίδι και η διαπροσωπική επαφή. Η παιδική ηλικία είναι μια περίοδος που πρέπει να χαρακτηρίζεται από δημιουργικότητα, φυσική δραστηριότητα, άσκηση και πραγματικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, όχι από οθόνες, <<stories>> και <<likes>>.
Τέλος, τίθεται και το ζήτημα της ιδιωτικότητας. Τα παιδιά συχνά δεν κατανοούν τις συνέπειες της κοινοποίησης προσωπικών δεδομένων. Ως αποτέλεσμα καθίστανται εύκολοι στόχοι προς εκμετάλλευση ή πέφτουν θύματα κακόβουλης χρήσης των δεδομένων τους.
Συμπερασματικά, η κατάργηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών δεν είναι μια αυταρχική και χωρίς σκέψη απαγόρευση, αλλά ένα μέτρο πρόληψης και προστασίας. Αν θέλουμε να διασφαλίσουμε μια υγιή ανάπτυξη για τις νεότερες γενιές, οφείλουμε να θέσουμε όρια εκεί όπου η τεχνολογία ξεπερνά τις ανάγκες και τις δυνατότητές τους.
Άννα Νικολαϊδη
