Κωνσταντίνα Καλαπόδη
Η ψυχή μου έμαθε να σπάει χωρίς φωνή,
σαν κερί που λιώνει μόνο του στη σιωπή.
Σε έχασα πριν προλάβω να σε κρατήσω κοντά
κι από τότε ανασαίνω με δανεικά φτερά.
Οι μέρες μου βαδίζουν φορτωμένες σιωπή.
Οι νύχτες μου με καταδικάζουν χωρίς αναβολή.
Το όνομά σου βαραίνει σαν προσευχή
που δεν βρήκε ποτέ ουρανό να σωθεί.
Δεν έφυγες απλώς, διαλύθηκες εντός
κι άφησες πίσω μια κραυγή χωρίς φως.
Η αγάπη μου στάζει απ’ την βαθιά πληγή
πεισματικά αρνείται την επούλωση να βρει στη γη.
Σε ψάχνω σε βλέμματα, σε λέξεις, σε φως
μα σε βρίσκω εκεί που πονώ συνεχώς.
Ο χρόνος προχωρά κι εγώ μένω εδώ
κρατώντας τα ερείπια από ό,τι αγαπώ.
Η απουσία σου έγινε τρόπος ζωής.
Ένας θάνατος αργός σε κάθε στιγμή.
Κι όμως η καρδιά μου δεν σβήνει εντελώς
Κρατάει μέσα της ό,τι ήσουν εσύ – Φως.
Κάθε μου ανάσα φέρνει τη σκιά σου κοντά,
μου ψιθυρίζει πως η αγάπη δεν χάνεται πια.
Κι αν το σώμα λυγίζει από του κόσμου τη φθορά,
η ψυχή σε κρατά τόσο κοντά τόσο μακριά.
Κι αν ο κόσμος μου καταρρεύσει, θα σηκωθώ ξανά
για πάντα στην ψυχή μου εσύ, μαγικά.
Κι όσο ακόμα η ανάσα μου πάλλεται στον αέρα
η μνήμη σου θα με οδηγεί σαν φλόγα στον αιθέρα.
Τη μέρα που πέθανες, μαζί πεθάναμε και οι δυο.
Μα εγώ να αναπνέω συνέχισα εδώ στη γη
ενώ εσύ ενώθηκες για πάντα με τη γη.
Εγώ η σιωπή, το φως εσύ.
Με το παραπάνω ποίημα η μαθήτρια συμμετείχε στο 10ο Παγκορινθιακό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό
