αναδιήγηση από την Αθανασία Γκ.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή οικογένεια ποντικών, που ζούσε σε ένα μικροσκοπικό σπιτάκι. Ήταν η μαμά ποντικίνα, μικρή, ευγενική με μακριά ουρά, ο μπαμπάς ποντικός, μεγάλος με μαύρη μύτη και μουστάκια και ο μικρός Πίτερ, ένα μικρό ποντικάκι που λάτρευε το τυρί.
Ένα όμορφο πρωινό ο Πίτερ σηκώθηκε από το κρεβάτι του με κέφι, έβαλε τα μικροσκόπικα παντοφλάκια του και πήγε στο τραπέζι για να φάει πρωινό με τη μαμά του. Αφού έφαγε, τη ρώτησε αν μπορεί να βγει έξω, αλλά η μαμά του το απαγόρευσε. Ο Πίτερ στεναχωρημένος πήγε στο δωμάτιό του και κατα βρόχθισε ένα νόστιμο μικρό τυράκι που είχε κρύψει στην ντουλάπα δίπλα από ένα μπλε ζευγάρι από ένα μπλε ζευγάρι κάλτσες.
Τότε του μπήκε στο μυαλό μια έξυπνη αλλά και επικίνδυνη ιδέα. σκέφτηκε ότι όταν η μαμά του η ποντικίνα πάει στην αγορά για να αγοράσει ελιές και σαλάτα, να φύγει κρυφά από την είσοδο του σπιτιού του. Έτσι και έγινε, ο Πίτερ έφυγε από το σπίτι. Στο δρόμο του είδε έναν ξύλινο φράχτη και μπήκε μέσα για να δει τι υπάρχει. Εκεί συνάντησε ένα ζωάκι με τέσσερα πόδια, δύο τρίγωνα αυτιά, μια ροζ μύτη, μακριά μουστάκια, απαλό τρίχωμα και μία ουρά. Ο Πίτερ είπε: “τι ωραίο και ευγενικό ζωάκι!”. Πιο πέρα στέκονταν ένας κόκορας. Όταν τον πρόσεξε, τρόμαξε και έτρεξε γρήγορα στη μαμά του …
Ο Πίτερ με βαριά φωνή εξήγησε στη μαμά του τι είδε. Η μαμά του, του είπε ότι ο κόκορας είναι φίλος μας ενώ η γάτα είναι η κακιά που κυνηγάει και τρώει τα ποντικάκια.
“Αυτή η ιστορία μας διδάσκει ότι πρέπει να ακούμε πάντα τους γονείς μας.” (Βασιλική Δ.)
