Γεώργιος Καραϊσκάκης

          Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης γεννήθηκε το 1782 στη Σκουληκαριά της Άρτας ή, σύμφωνα με ορισμένους, στο Μαυρομμάτι της Καρδίτσας. Οι φήμες που διαδίδονταν για τη μητέρα του και την ταυτότητα του πατέρα του, αλλά και το γεγονός ότι αναγκάστηκε να ζει πολύ νωρίς μόνος του, χωρίς τους γονείς του, είχε σαν αποτέλεσμα να δεχτεί μεγάλη κοινωνική και ψυχολογική καταπίεση. Ήταν βωμολόχος, φιλόνικος και βλάσφημος και από πολύ μικρή ηλικία έγινε κλέφτης, σχηματίζοντας ο ίδος κλέφτικη ομάδα από συνομηλίκους. Ήταν νεαρός, όταν έπεσε στα χέρια του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, που εκτίμησε τον ισχυρό του χαρακτήρα και τον προσέλαβε στη σωματοφυλακή του. Στην αυλή του Αλή Πασά έμαθε τη στρατιωτική τέχνη αλλά και στοιχειώδη γράμματα, γραφή και ανάγνωση. Λέγεται, μάλιστα, πως, όταν ο Αλή Πασάς τον ρώτησε τι θα ήθελε να του προσφέρει, εκείνος του απάντησε: «Αν με γνωρίζεις άξιο για αφέντη, κάνε με αφέντη, αν για δούλο, κάνε με δούλο, αν για τίποτα ρίξε με στη λίμνη».  Το 1804 εγκατέλειψε τον Αλή Πασά και ενώθηκε με το σώμα του περίφημου κλέφτη Κατσαντώνη, του οποίου έγινε πρωτοπαλίκαρο. Την άνοιξη του 1807 πήγε με τον Κατσαντώνη στη Λευκάδα, προκειμένου να τη βοηθήσουν να αποκρούσει την επίθεση του Αλή Πασά. Δυστυχώς, όμως, τον Αύγουστο του ίδιου έτους ο Κατσαντώνης συνελήφθη και θανατώθηκε από τον Αλή Πασά, με αποτέλεσμα την αρχηγία της ομάδας του να την αναλάβει ο αδερφός του ο Λεπενιώτης, μέχρι και τη διάλυσή της το 1812. Τον Ιανουάριο του 1821 συμμετείχε στη σύσκεψη της Λευκάδας, όπου και αποφασίστηκε η προετοιμασία της εξέγερσης στη Στερεά Ελλάδα.

          Τους πρώτους μήνες της επανάστασης προσπάθησε, μάταια, να πείσει τους κατοίκους της Βόνιτσας να επαναστατήσουν, γι΄αυτό και στη συνέχεια πήγε στα χωριά των Τζουμέρκων, όπου και ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης. Τον ίδιο χρόνο πήρε μέρος στις μάχες κατά των Τούρκων στο Κομπότι της Άρτας, όπου τραυματίστηκε και αποσύρθηκε, αλλά τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου κατέλαβε την Άρτα. Μετά τη λύση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου (31 Δεκεμβρίου 1822), ο Καραϊσκάκης ανάγκασε μέρος του στρατού του Ομέρ Βρυώνη και του Κιουταχή να οπισθοχωρήσει στο Αγρίνιο μετά από πεισματώδη μάχη (15 Ιανουαρίου 1823), η επιδείνωση, όμως, της υγείας του από τη φυματίωση, που τον ταλαιπωρούσε, τον ανάγκασε να αποσυρθεί. Κατά τη διάρκεια του πρώτου εμφύλιου πολέμου, κατηγορήθηκε από τον Μαυροκορδάτο για προδοσία και δικάστηκε στο Αιτωλικό (1 Απριλίου 1824), όπου του αφαιρέθηκαν όλα τα αξιώματά του και κατέφυγε στο Καρπενήσι. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου πήγε στο Ναύπλιο, όπου απέδειξε την αθωότητά του και η κυβέρνηση τού επέστρεψε όλους τους βαθμούς και τα αξιώματα. Μετά την αποκατάσταση της τιμής του, στις αρχές Μαΐου 1825, ο Καραϊσκάκης μαζί με τον Τζαβέλλα κατέστρωσαν σχέδιο εναντίον των Τούρκων που πολιορκούσαν το Μεσολόγγι, το οποίο μπορεί να μην πέτυχε εξ ολοκλήρου, ανάγκασε, όμως, τους Τούρκους να διακόψουν για λίγο την πολιορκία, επέφερε σ΄αυτούς μεγάλες απώλειες και αναπτέρωσε το ηθικό των πολιορκημένων. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου και την καταστολή της Επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα, ο Καραϊσκάκης πήγε στο Ναύπλιο, όπου ζήτησε από την Κυβέρνηση οικονομική ενίσχυση για να απελευθερώσει τη Στερεά, όπως κι έγινε. Στις 23 Φεβρουαρίου 1827, επέστρεψε στην Ελευσίνα, αφού πρώτα είχε ελευθερώσει όλη τη Στερεά εκτός από το Μεσολόγγι, τη Βόνιτσα και τη Ναύπακτο.

          Αρχές Απριλίου του 1827, ο Καραϊσκάκης ήρθε σε σύγκρουση με τους Κόχραν και Τσόρτς, που είχαν αναλάβει την αρχιστρατηγία των ελληνικών δυνάμεων και είχαν στρατοπεδεύσει στο Φάληρο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον Κιουταχή, γιατί αυτοί ήθελαν να εφαρμόσουν τακτικές οργανωμένου στρατού και ο ίδιος δε συμφωνούσε. Στις 22 Απριλίου 1827, ορισμένοι Έλληνες στρατιώτες επιτέθηκαν, χωρίς να τους δοθεί διαταγή, στο στρατόπεδο του Κιουταχή και ο Καραϊσκάκης κατευθύνθηκε έφιππος στο σημείο της συμπλοκής, όπου, όμως, τραυματίστηκε από σφαίρα στο υπογάστριο. Έχει ειπωθεί ότι ο τραυματισμός του οφειλόταν σε δολοφονική ενέργεια είτε με υποκίνηση των Άγγλων, που ήθελαν τον περιορισμό της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, είτε από τον μεγάλο του αντίπαλο, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Ο Καραϊσκάκης, μετά τον τραυματισμό του, μεταφέρθηκε στο στρατόπεδό του, στο Κερατσίνι, όπου μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και υπαγόρευσε τη διαθήκη του. Η τελευταία κουβέντα που είπε στους συμπολεμιστές του, σύμφωνα με τον στρατηγό Μακρυγιάννη, που τον επισκέφθηκε, ήταν: «Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα». Την επόμενη μέρα, 23 Απριλίου 1827, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής, ο Αρχιστράτηγος Γεώργιος Καραϊσκάκης υπέκυψε στο τραύμα του μέσα στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στο Κερατσίνι.

Α. Κουδωνάς

ΠΗΓΕΣ

https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Καραϊσκάκης

https://www.sansimera.gr/biographies

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης