Η γυναίκα μέσα από τέσσερα ηθογραφικά διηγήματα – Αλέξανδρος Καλαβρέζος, Αουρόρα Καμάμη, Μαρία Κοτανίδου, Θωμάς Μαρκόπουλος, B’1

Η εικονογράφηση έγινε από τον Κωνσταντίνο Νάνο, Β’1

Για πολλούς αιώνες οι άνθρωποι είχαν την τάση να ακολουθούν κοινοτυπίες, χωρίς να αποδέχονται την διαφορετικότητα. Οι καταστάσεις αυτές υπονόμευαν την πρόοδο της κάθε γενιάς. Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, έχουν γίνει σημαντικά βήματα προόδου κατά του ρατσισμού και των διακρίσεων. Ειδικότερα, μια κοινωνική ομάδα που βρίσκεται εδώ και αιώνες αντιμέτωπη με λογής διακρίσεις είναι το γυναικείο φύλο. Μέσα σε όλα αυτά παίζουν ρόλο και οι στερεοτυπικές αντιλήψεις που στοχεύουν στη σύγχυση, στη διαιώνιση της ανισότητας και στη φθορά της ειρηνικής συνύπαρξης των φύλων.Τα παραπάνω μπορούμε να τα συναντήσουμε ενδεικτικά σε τέσσερα λογοτεχνικά κείμενα – σημεία αναφοράς για την γυναίκα. Αυτά είναι: «Η Φόνισσα» του Αλ. Παπαδιαμάντη, «Η Τιμή και το Χρήμα» του Κ.Θεοτόκη, «Ο ζητιάνος» του Α. Καρκαβίτσα και «Το Πίστομα» του Κ. Θεοτόκη.

  • Κοινωνική θέση της κάθε ηρωίδας – γυναικείας παρουσίας στο κάθε κείμενο.

Στη «Φόνισσα» ο πρωταρχικός στόχος του συγγραφέα είναι να αναδείξει την ψυχοσύνθεση μιας ασταθούς ψυχικά γυναίκας, της Φραγκογιαννούς. Η τραγική ηρωίδα ζούσε σε μια πατριαρχική κοινωνία της Ζακύνθου στα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτό σήμαινε ότι η Φραγκογιαννού, επηρεασμένη από τα στερεότυπα της εποχής, έπρεπε να είναι κάτω από την επίβλεψη της κοινωνίας και των αντιλήψεων της εποχής. Η «Φόνισσα» βίωσε από πολύ μικρή ηλικία την απόρριψη από τη μητέρα της λόγω του γυναικείου της φύλου και του θεληματικού χαρακτήρα της. Επομένως, θα μπορούσε κάποιος να την χαρακτηρίσει ως μη ιδανική γυναίκα για εκείνη την εποχή. Η Φραγκογιαννού, εξαιτίας όλης αυτής της κοινωνικής και ενδοοικογενειακής πίεσης που δέχεται καθημερινά, φτάνει σε ακραία σημεία πράξεων, όπως τους φόνους κοριτσιών, αρχής γενομένης από το ίδιο της το εγγόνι. Εγκλήματα που όμως η ίδια είχε την πεποίθηση πως αποτελούσαν πράξεις αγαθοεργίας. Επίσης πίστευε πως τα γλίτωνε από μια ζωή δυστυχίας και πόνου. Μετά από συνεχή λάθη την έπιασαν στα πράσα, γεγονός που της κόστισε τη ζωή.

Στο διήγημα «Ο Ζητιάνος » παρουσιάζεται η κοινωνική πραγματικότητα μιας φτωχής αγροτικής κοινωνίας της Θεσσαλίας μέσα από τη δράση ενός ζητιάνου, του Τζιριτόκωστα. Ο κεντρικός αυτός ήρωας εκμεταλλεύεται την αφέλεια και τη δεισιδαιμονία των κατοίκων του χωριού, για να αποκομίσει προσωπικό όφελος. Με την πονηριά και την υποκρισία του καταφέρνει να επηρεάζει τους ανθρώπους και να τους πείθει να τον βοηθούν οικονομικά. Οι χωρικοί πέφτουν συχνά θύματα της πειθούς του. Έτσι το έργο αναδεικνύει την εκμετάλλευση της άγνοιας και την κοινωνική αδικία που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Παράλληλα, μέσα από την ιστορία αυτή παρουσιάζονται και οι αδυναμίες της κοινωνίας, τα στερεότυπα και η θέση της γυναίκας. Η έλλειψη μόρφωσης και η κυριαρχία των προλήψεων κάνουν τους ανθρώπους ευάλωτους στην εξαπάτηση. Ο ζητιάνος εκμεταλλεύεται αυτές τις συνθήκες και καταφέρνει να επιβιώνει εις βάρος των άλλων, αποκαλύπτοντας έτσι μια σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Για κακή της τύχη βρέθηκε στον δρόμο του μια αγνή χωριατοπούλα, η Κρουστάλλω, η οποία πέφτει θύμα της απατεωνιάς του ζητιάνου. Θολωμένη από τη μια λόγω απελπισίας που γεννάει συνεχώς κορίτσια και ενθουσιασμένη από την άλλη με την ιδέα να γεννήσει αγόρι, για να αποκαταστήσει την αξία της στα μάτια του άνδρα και της πεθεράς της, χάνει την κοινή λογική. Πείθεται, λοιπόν, από τα όμορφα λόγια του ζητιάνου, ότι θα αποκτήσει σίγουρα γιο χάρη σε ένα μαγικό ματζούνι και το αγοράζει. Τρέχει σπίτι να πάρει το σερνικοβότανο που της πούλησε ο ζητιάνος, αλλά πάνω στην έξαψή της ξεχνάει τη «δοσολογία» που της έδωσε και παίρνει παραπάνω από ό,τι δε θα της έκανε κακό. Η σκέψη ότι θα αποκτήσει γιο τής φαντάζει λυτρωτική. Επίσης, εδώ φαίνεται και η αξία που αποκτούσε μια γυναίκα αλλά κι ένα σπιτικό όταν αποκτούσε γιο (ο γιος αποτελούσε ένα σύμβολο ιερό, ήταν ουσιαστικά η «καλή τύχη», η θετική πλευρά της ζωής. Αντιθέτως, το να έχει κόρη ήταν υποτιμητικό. Για το κορίτσι πίστευαν πως ήταν μόνο χρήσιμο για δουλειές του σπιτιού καθώς αποτελούσε σημαντικό έξοδο λόγω της προίκας).

Στο διήγημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Η Τιμή και το Χρήμα», ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει την κεντρική ηρωίδα η οποία δεν απέχει πολύ από τις γυναίκες εκείνης της εποχής. Η Σιόρα Επιστήμη, λοιπόν, η οποία προσπαθεί να διασφαλίσει προίκα για τα κορίτσια της, ώστε να μπορέσουν να αποκατασταθούν, εργάζεται σκληρά και συχνά παράνομα, συνεργαζόμενη με λαθρεμπόρους. Παράλληλα καλείται να διαχειριστεί τον μέθυσο άντρα της. Μέσα απ’ όλα αυτά παρουσιάζεται μια πολύ συγκεκριμένη θέση της γυναίκας, σημαντικά κατώτερης του άντρα, τόσο στην κοινωνία όσο και στην οικογένεια, απέναντι στον άντρα και το παιδί της.

Τέλος, στόχος του κειμένου «Το Πίστομα» είναι να παρουσιάσει μια τραγική ιστορία που σχετίζεται με την τιμή, την απιστία και τις κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής. Παρακολουθούμε την τύχη μιας γυναίκας της οποίας ο άντρας φεύγει για τον πόλεμο και για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν επιστρέφει. Καθώς περνά ο καιρός και δεν έχει νέα του, η γυναίκα πιστεύει ότι ίσως έχει πεθάνει. Μέσα στην μοναξιά και την απόγνωση της γνωρίζει έναν άλλον άντρα και αναπτύσσει μια ερωτική σχέση μαζί του και μένει έγκυος. Ωστόσο, επιστρέφει ξαφνικά ο νόμιμος άντρας της μετά από αρκετό καιρό απουσίας του στα βουνά ως κυνηγημένος ληστής. Όταν μαθαίνει τι έχει συμβεί, γεμάτος θυμό και οργή σκοτώνει τον άντρα με τον οποίο είχε σχέση η γυναίκα του. Στη συνέχεια, σε μια πράξη απελπισίας, άκρας εκδίκησης και ντροπής, θάβει ζωντανό το παιδί που γεννήθηκε από αυτή τη σχέση. Έτσι το κείμενο παρουσιάζει ένα τραγικό γεγονός που δείχνει πόσο ισχυρές ήταν οι κοινωνικές αντιλήψεις για την τιμή και την υπόληψη του άντρα εκείνη την εποχή.

  • Η γυναίκα και η τύχη της με τον γάμο / Επιλογή γαμπρού

Από την μία πλευρά η Φραγκογιαννού ήταν μια σκληρή γυναίκα μεγαλωμένη με τις αντιλήψεις τις εποχής σχετικά με τα θηλυκά. Στόχος των γονιών της ήταν η παντρειά της κόρης τους. Για κακή της τύχη όμως η φτωχή προίκα που της επεφύλασσαν απαγόρευε στη Φραγκογιαννού να βρει κάποιον ιδανικό άντρα. Έτσι κατέληξε με μια μαύρη μοίρα. Μετά τον γάμο της είχε αποκτήσει τον ρόλο της δούλας στο ίδιο της το σπίτι. Η Φόνισσα φρόντιζε αυτόν και τα παιδιά της, αλλά και κέρδιζε και τα προς το ζην της οικογένειας· είχε γίνει η ίδια ο άντρας του σπιτιού και λόγω της εμφάνισής της αλλά και λόγω της σκληρής προσωπικότητάς της. Είχε, όμως πάντα παράπονα για αυτόν και για την σχέση τους και γενικότερα ό,τι έκανε το έκανε μόνο από αγγαρεία.
Στο διήγημα «Η Τιμή και το Χρήμα» βλέπουμε την οικονομική κατάσταση της Σιόρας Επιστήμης και παρόμοιες καταστάσεις. Κι εδώ η σιόρα Επιστήμη είναι δυναμική και εργάζεται σκληρά, για να μεγαλώσει τα παιδιά της, αφού ο άντρας της είναι μέθυσος. Ωστόσο, όφειλε στον άντρα υπακοή και υποταγή. Αυτό διαπιστώνεται από το γεγονός ότι η Σιόρα Επιστήμη παρότι αναλαμβάνει δουλειές για να διαχειριστεί το σπιτικό της και να αποκαταστήσει τις κόρες της, είναι υποχρεωμένη να υπομένει έναν άντρα μέθυσο που σπαταλά όλο της τον κόπο στο αλκοόλ. Επομένως η συμπεριφορά της προς τον άντρα της βασίζεται στον κόπο και στην εκτέλεση καθηκόντων. Η γυναίκα είναι εκείνη που κρατάει το βάρος του σπιτιού στους ώμους της, ενώ ο άντρας αυτός που επιβάλλει και λαμβάνει τις αποφάσεις.

Η γυναίκα σύμφωνα με το «Πίστομα» αντιμετωπιζόταν από το ανδρικό φύλο και την κοινωνία με τρόπους που ήταν υποτιμητικοί για την ίδια. Η επιβολή και η προσταγή που δεχόταν αποτελούσε χαρακτηριστικό της κοινωνίας, η ανεξαρτητοποίηση της δεν ήταν δεδομένη, ενώ η βία ασκούνταν σε κάθε περίπτωση μη υπακοής της στον σύντροφό της.

  • Η στάση της γυναίκας ως προς τα παιδιά

Στο κείμενο της «Φόνισσας», η ηρωίδα, όπως κάθε γυναίκα της εποχής εκείνης, πέρασε όλα τα χρόνια υπηρετώντας και φροντίζοντας τα μέλη της οικογένειάς της και ειδικότερα τα παιδιά και ύστερα τα εγγόνια της. Η σκληρή αυτή μοίρα ρίζωσε μέσα της και παράλληλα η σκέψη για τα μικρά κορίτσια, τα οποία θεωρούσε άτυχα και καταδικασμένα να υποφέρουν όπως εκείνη. Η φτώχεια και η ανέχεια καθιστούσαν την επιβίωση τους δύσκολη για τα κορίτσια, επειδή μεγαλώνοντας θα έπρεπε να τα προικίσουν για να αποκατασταθούν. Αυτό το βάρος μόνο χαρά δεν έφερνε στην οικογένεια, ιδιαίτερα στις σχέσεις τους με τα παιδιά τους. Όλα αυτά αποτελούσαν κοινό παράγοντα στην φονική διάθεση της Φραγκογιαννούς, η οποία εκδικήθηκε με το πνίξιμο της εγγονής της. Για να λυτρωθεί ο εσωτερικός κόσμος και για να δικαιολογήσει την πράξη της, επιλέγει τον δρόμο της μετάνοιας, μετά από λίγο καιρό όμως, επηρεασμένη από τα τραύματα της ξανά, πέφτει στο σφάλμα της δολοφονίας.

Αξίζει επίσης να αναφέρουμε η συμπεριφορά της σιόρας Επιστήμης απέναντι στο παιδί της, τη Ρήνη. Εδώ είναι προφανές ότι υπάρχει μια σύγκρουση μεταξύ μητρικής αγάπης και κοινωνικής υποχρέωσης. Από τη μία η Επιστήμη αγαπά την κόρη της, αλλά από την άλλη βάζει την κοινωνική της αποκατάσταση πιο πάνω από την ευτυχία της. Η ίδια ενδιαφέρεται και αγωνιά περισσότερο για την προίκα παρά για το αν και πόσο καταπιέζει την κόρη της. Γενικότερα, επικρατεί μια αντιφατική σχέση μεταξύ των δύο γυναικών. Από τη μία η Επιστήμη θέλει να προστατεύσει τη Ρήνη από την φτώχεια, αλλά από την άλλη η συμπεριφορά της ενισχύει το σύστημα του μισογυνισμού. Αυτό γιατί η Επιστήμη βλέπει τη Ρήνη ως ένα μέσο βελτίωσης της οικογενειακής της κατάστασης και του κοινωνικού της κύρους.
Αντίθετα, στο «Πίστομα» βλέπουμε μια γυναίκα, μια μητέρα, προστατευτική και αγαπητή, όχι όμως τόσο ώστε να αποκτήσει το ηθικό βάρος και τη δύναμη να σταθεί απέναντι στο σύντροφό της και να σώσει το παιδί της. Τέλος, δεν είχε κανένα δικαίωμα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων του συντρόφου της ακόμα και αν αυτές οι αποφάσεις στοιχίζουν τη ζωή του παιδιού της . Έπρεπε να υπακούει στις διαταγές του χωρίς να φέρνει αντίρρηση. Η μη συμμόρφωσή της επέφερε τις ανάλογες επιπτώσεις από τον άντρα . Ετσι την βλέπουμε αδύναμη, άβουλη και ανίκανη να περιφρουρήσει τη ζωή του παιδιού της, τόσο μετά όσο και πριν την επιστροφή του συζύγου της: όφειλε να γνωρίζει ή να είναι σε θέση να υπολογίσει τα ολέθρια αποτελέσματα των πράξεων της κατά την επιστροφή του συζύγου της 
Επιπλέον, μέσα από το κείμενο του Καρκαβίτσα «Ο ζητιάνος» κατανοούμε πως και οι μητέρες οι ίδιες είχαν αρνητική στάση προς τις κόρες τους. «Η γριά Σταμάτω, εμπρός… εκεί για συντροφιά.» από το απόσπασμα αυτό φανερώνεται η τοξική και ανθυγιεινή σχέση της πρωταγωνίστριας με την μητέρα της η οποία την κατακρίνει. Από το γεγονός αυτό συμπεραίνουμε πως δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος ο οποίος ξεκινά από την κοινωνική καταπίεση της γυναίκας, ενισχύεται από την ενδοοικογενειακή κατάκριση και φτάνει στην εναντίωση της γυναίκας με την κόρη της που θεωρείται ένα δικό της λάθος για το οποίο επίσης κατακρίνεται η ίδια.

  • Άραγε αποτελούν οι γυναίκες αυτές πρότυπα εκείνης της εποχής;

Η Φραγκογιαννού, σύμφωνα με τις παραδόσεις και τις προκαταλήψεις της εποχής εκείνης, θεωρήθηκε μια γυναίκα κακής ποιότητας. Αρχικά, εξωτερικά, η Φόνισσα χαρακτηρίζεται από ανδροπρεπή εμφάνιση: είναι ψηλή, δυνατή, με μουστάκι στο πρόσωπο. Είχε χαμηλή αξία, καθώς προερχόταν από μια φτωχή οικογένεια της χαμηλότερης κοινωνικής τάξης. Από την άλλη, η υστερία της αποδεικνύει ότι ήταν μια ασταθής και τραυματισμένη ψυχικά γυναίκα. Όλες οι διακρίσεις και ο φόβος για τον κοινωνικό στιγματισμό, σιγά σιγά, την οδήγησαν στην παραφροσύνη. Ωστόσο, κατά βάθος, μπορούμε να καταλάβουμε ως τρίτα πρόσωπα ότι η ηρωίδα είχε την τάση να θέλει πάντα να κάνει το σωστό. Η άγνοια, η περιορισμένη εμπειρία της ζωής της, καθώς και το χαοτικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, την οδήγησαν στο να διαπράξει απάνθρωπες πράξεις, παρά τις προθέσεις της.

Έπειτα, με βάση τις πληροφορίες που αντλούμε από το κείμενο «Η Τιμή και το Χρήμα», η γυναίκα φαίνεται να κατέχει δευτερεύουσα θέση στην κοινωνία. Συγκεκριμένα, αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο συναλλαγής και όχι ως αυτόνομη προσωπικότητα. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η κόρη της Σίορας Επιστήμης, η Ρήνη, γίνεται το επίκεντρο μιας διαπραγμάτευσης από τον άνδρα που υποτίθεται ότι την αγαπά, τον Ανδρέα, καθώς και από την ίδια της τη μητέρα. Αναλόγως, ο Ανδρέας, ενώ δηλώνει ότι την αγαπά, δεν διστάζει να θυσιάσει αυτή την αγάπη, όταν αντιλαμβάνεται ότι η προίκα της δεν ικανοποιεί τις οικονομικές του προβλέψεις. Τέλος, η θέση της γυναίκας στην οικογένεια είναι αυτή του στυλοβάτη: φροντίζει τα πάντα, εργάζεται σκληρά, μαγειρεύει, καθαρίζει, ανατρέφει τα παιδιά, όμως παραμένει οικονομικά και κοινωνικά ανήμπορη. Οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται από τον άνδρα, ακόμη κι αν εκείνος αδιαφορεί και δεν συνεισφέρει σε τίποτα. Ακόμη και η γυναίκα, θυσιάζει τις επιθυμίες της για το καλό της οικογένειας.Ένα αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι ο Θεοτόκης προβάλλει τη γυναίκα ως το πρώτο θύμα της λατρείας του χρήματος, παρουσιάζοντας έτσι τη γυναίκα ως εμπορικό προϊόν. Ευτυχώς όμως, στο τέλος η Ρήνη βάζει την αξιοπρέπεια πάνω από όλα και σπάει τα δεσμά της προίκας και της πατριαρχικής καταπίεσης.

Ακόμη, στο κείμενο «Το Πίστομα», η θέση της γυναίκας στην οικογένεια ήταν αποκλειστική χωρίς να έχει δικαίωμα προσφοράς στον οικονομικό τομέα, καθώς η παρουσία του άντρα στο πλευρό της της επέτρεπε να αφοσιωθεί πλήρως στα παιδιά της. Επιπλέον, σε περίπτωση εργασιακής ή οικονομικής προσφοράς από τη γυναίκα, αυτό θα σήμαινε την αδυναμία και την ανικανότητα του άνδρα. Επιπρόσθετα, παρατηρούμε και την θέση της γυναίκας στο απόσπασμα του κειμένου «ο Ζητιάνος » του Καρκαβίτσα. Η Κρουστάλλω είναι ήδη έγκυος και προσπαθεί να αποφύγει την γέννηση κοριτσιού. Αυτό είναι φανερό μέσα από την χρήση σερνικοβότανου (ένα φυτό που πίστευαν πως αλλάζει το φύλο του παιδιού πριν την γέννα). Μέσα από την παράγραφο αυτή «και βιάστηκα από τον φόβο… ευτυχισμένη για την ορθή της σκέψη.» παρατηρούμε πως ήταν ευρέως διαδεδομένη η λανθασμένη αντίληψη πως η μητέρα ήταν υπεύθυνη για το φύλο του παιδιού και πως υπήρχε γερή η πεποίθηση πως η γέννηση κοριτσιού ήταν κάτι αρνητικό και δυσάρεστο για την οικογένεια. Για αυτόν τον λόγο η πρωταγωνίστρια προσπαθεί να μην κάνει κορίτσι. Αλλά και η περιγραφή της συμπεριφοράς της δίνει πολλές πληροφορίες για την ασταθή και ακραία ψυχολογική συμπεριφορά της γυναίκας. Η οποία μάλλον οφείλεται στην απίστευτα έντονη κοινωνική και ψυχολογική πίεση που δεχόταν τα χρόνια εκείνα.

 

Αλέξανδρος Καλαβρέζος, Αουρόρα Καμάμη, Μαρία Κοτανίδου, Θωμάς Μαρκόπουλος, B’1

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης