Η εικονογράφηση είναι της Μαγδαληνής Τσιότσικα, Α’3
Το παρακάτω κείμενο είναι εμπνευσμένο από το διήγημα του Α. Καρκαβίτσα «Ο Ζητιάνος», απόσπασμα του οποίου διαβάσαμε στην τάξη.
Η Κρουστάλλω απελπισμένη μετά από έναν ακόμη τσακωμό με τον άντρα της, τριγύριζε στην αγορά με θλίψη. Ξαφνικά, αντίκρισε έναν άντρα που κουβαλούσε ένα καλάθι γεμάτο με διάφορα βότανα.
- Καλησπέρα, τι βότανα είναι αυτά και σε τι βοηθούν; είπε η Κρουστάλλω.
- Γεια σου κυρά μου, ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο; ρώτησε ο ζητιάνος.
Η Κρουστάλλω έσκυψε κοντά του και του ψιθύρισε στο αυτί:
- Έχω τρεις κόρες, δεν μπορώ άλλο. Ο άντρας μου απαιτεί αγόρι. Δε θα το αντέξω αν κι αυτό το παιδί βγει κορίτσι, είπε ακουμπώντας απαλά την κοιλιά της.
- Ο ζητιάνος πήρε ένα σακουλάκι βοτάνων σε σκόνη και το έβαλε στο χέρι της γυναίκας.
- Αυτό πρέπει να είναι εντάξει. Θα πάρεις λίγο το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ, της είπε με ένα συμπονετικό βλέμμα.
- Δώσε μου κι άλλο, του είπε ταραγμένη.
- Είναι 10 δραχμές το καθένα, της είπε.
- Ορίστε, σε ευχαριστώ πολύ. Σε παρακαλώ, κυριέ μου, μην το μάθει κανείς.
- Ο ζητιάνος την κοίταξε, της χαμογέλασε και έγνεψε καταφατικά.
- Καλή σου ημέρα, κυρά μου, της είπε, καθώς αυτή απομακρυνόταν. Η Κρουστάλλω ένιωθε ένα κύμα ευτυχίας και, κυρίως, ανακούφισης να τη διαπερνά.
Εριτσιάν Μαρία, Β’2
