Ένα διαφορετικό τέλος της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη – Θωμάς Μαρκόπουλος, Β’1

Η εικονογράφηση έγινε από τον Κωνσταντίνο Νάνο, Β’1

Το παρακάτω κείμενο είναι εμπνευσμένο από το διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη «Η Φόνισσα» που διαβάσαμε στην τάξη.

Τις νύχτες κοιμάται σε σπηλιές ή στάνες βοσκών. Στο κεφάλι της επικρατεί ένα χάος από σκέψεις, άλλες καλές, άλλες βασανιστικές και άλλες εξευτελιστικές.

«Και τώρα πού θα καταλήξω;» αναρωτιέται Φραγκογιαννού αναστενάζοντας. «Δε γίνεται να επιβιώσω με το να κρύβομαι όλη μου την ζωή σε σπηλιές, έχοντας όλα αυτά τα άτυχα θύματα που έχω σκοτώσει στον νου μου. Αχ, τα κακόμοιρα, προσπάθησα να τα σώσω από μια τυραννισμένη ζωή, δεν φταίω εγώ για τα δικά τους λάθη».

Μα όσο και να πασχίζει να βρει γαλήνη, ο νους της δεν ησυχάζει. Είναι σαν να ακούει τα ουρλιαχτά τους. Οι φωνές από τα άτυχα αυτά παιδιά σχίζουν τα αυτιά της Φραγκογιαννούς . Ένας κρύος ιδρώτας κυλάει στο πρόσωπο της, με μια ανατριχίλα και με πόνο στο στήθος της αρχίζει να μονολογεί:

«Όχι … όχι δεν ήμουν εγώ η φταίχτρα. Ο κόσμος έτσι είναι φτιαγμένος, άμα δεν έχεις τα κατάλληλα εφόδια από γεννησιμιού σου, άμα είσαι φτωχός, αδύναμος, άμα είσαι κορίτσι καταδικασμένο από την κοινωνία, τι χαρές μπορείς να περιμένεις;»

Καθώς βγαίνει από την σπηλιά της, η βαρύτητα των συλλογισμών της θολώνει ακόμα παραπάνω της αισθήσεις της. Μπερδεύει το κρίμα με τη δικαιολογία, το έλεος με την αμαρτία. Δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν, κάθε είδους θόρυβο που ακούει, κάθε εικόνα που αντικρίζουν τα μάτια της, τα μπερδεύει στο μυαλό της με τις τύψεις της. Αποζητά τη σιωπή της συνείδησής της.

«Ήτανε η μοίρα.» Αρχίζει πάλι της δικαιολογίες.

«Κι η μοίρα δεν αλλάζει. Άμα το κορίτσι δεν έχει τα κατάλληλα μέσα για να σταθεί όρθιο, καλύτερα να πεθαίνει. Μα, ναι … χάρη μεγάλη τού “καμα».

Όσο περνάει η ώρα, τόσο περισσότερο δυσκολεύεται στην αναπνοή της, τόσο περισσότερο σφίγγει ο κόμπος στο στομάχι της.

Το επόμενο βράδυ, στράφηκε σιγά σιγά προς την κοντινή ακτή και έκατσε πάνω σε κάτι ψηλούς βράχους. Αγναντεύοντας τα κύματα και τα ψάρια της θάλασσας η Φραγκογιαννού άρχισε να ηρεμεί και κλείνει τα μάτια της από την κούραση. Ξαφνικά, τινάζεται και σηκώνεται απρόσμενα. Το βλέμμα της όλο και περισσότερο θολώνει.

«Ίσως … ίσως εκεί πέρα να βρω ανάπαψη. Ίσως εκεί να πάψουν οι φωνές.»

Χωρίς δεύτερη σκέψη αφήνει το κορμί της να γείρει προς το σκοτάδι και να την τραβήξει κάτω η άβυσσος, σβήνοντας έτσι κάθε τελευταίο ίχνος της Φραγκογιαννούς.

Μαρκόπουλος Θωμάς, Β’1

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης