Η εικονογράφηση είναι της Βαλέριας Λαζαρίδου, Β’1
Η θέση της γυναίκας στην παλαιά εποχή σε σύγκριση με σύγχρονη ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη και υποβαθμισμένη, καθώς η κοινωνία ήταν οργανωμένη με βάση αυστηρά πατριαρχικά πρότυπα. Η γυναίκα δεν είχε αυτονομία στις αποφάσεις της και ο ρόλος της περιοριζόταν κυρίως στο σπίτι και στην οικογένεια. Ο γάμος, συχνά καθορισμένος από οικονομικάσυμφέροντα, αποτελούσε σχεδόν μονόδρομο, ενώ η εκπαίδευσηκαι η προσωπική της εξέλιξη δεν θεωρούνταν σημαντικές. Αυτό αντικατοπτρίζεται μέσω των αφηγήσεων των τεσσάρων ηρωίδων στα κείμενα που διδαχτήκαμε στο μάθημα της λογοτεχνίας (του Κ. Θεοτόκη «Η Τιμή και το Χρήμα» και «Πίστομα», του Αλ. Παπαδιαμάντη «Η Φόνισσα» και του Α. Καρκαβίτσα «Ο Ζητιάνος») και που ανήκουν στην ηθογραφία. Μέσα από αυτά, παρατηρήσαμε αρκετές ομοιότητες αλλά και διαφορές μεταξύ των γυναικών ως προς την θέση τους στην κοινωνία, τις πεποιθήσεις και τις αξίες τους.
Αρχικά, κοινό στοιχείο όλων των ηρωίδων είναι η κοινωνική τους εξάρτηση από τον άνδρα και η έλλειψη προσωπικής ελευθερίας. Στο «Η Τιμή και το Χρήμα»και στη «Φόνισσα»η γυναίκα παρουσιάζεται εγκλωβισμένη σε έναν γάμο που καθορίζεται από οικονομικά συμφέροντα και κοινωνικές συμβάσεις. Η προίκα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την τύχη της, γεγονός που φανερώνει πως η αξία της συνδέεται περισσότερο με την οικονομική της «συμβολή» παρά με την προσωπικότητά της. Ο γάμος δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής, αλλά κοινωνική υποχρέωση.
Η προίκα, έπαιζε σημαντικό ρόλο στο μέλλον και στην ζωή της γυναίκας, καθώς ήταν βασικό κριτήριο για να την παντρευτεί ο μελλοντικός της σύζυγο. Όσο περισσότερη προίκα είχε η κοπέλα, τόσο καλύτερο άντρα θα έπαιρνε. Για παράδειγμα, οι γονείς της Φραγκογιαννού, ενώ είχανε προίκα, της έδωσαν ελάχιστα. Έτσι, παντρεύτηκε έναν ανίκανο, άβουλο και τεμπέλη άνθρωπο: «Οι γονείς της την πάντρεψαν με το Γιάννη το Φράγκο (από δω και η προσωνυμία της), άνθρωπο ανίκανο και άβουλο, και της έδωσαν ασήμαντη προίκα, ενώ κράτησαν για τον εαυτό τους και το γιο τους δύο νεόχτιστα σπίτια και τα καλύτερα κτήματα, καθώς και τα μετρητά τους, από τα οποία όμως η Χαδούλα κατόρθωσε να κλέψει μερικά.»
Επιπρόσθετα, η Ρήνη στο «Η Τιμή και το Χρήμα»αντιμετωπίστηκε με την ίδια υποβάθμιση. Όπως παρατηρήθηκε στο κείμενο με το σταθερά επαναλαμβανόμενο μοτίβο «Ανάθεμα τα τάλαρα!», εμφανίστηκε πάλι το φαινόμενο της προίκας. Ο Ανδρέας, δεν παντρευόταν την Ρήνη λόγω της ελάχιστης προίκας της και ανάγκαζε την μητέρα της Ρήνης να δώσει παραπάνω τάλαρα. Αντιθέτως, η μητέρα της Ρήνης, ενώ διέθετε τα τάλαρα δεν της τα έδινε, διότι ήθελε να τα μοιράσει στα υπόλοιπα παιδιά της: «Ω δώσ” τα μάνα!» είπε τότες κλαίοντας η Ρήνη και σηκώνοντας προς τη μάνα τα χέρια της· «μ” αυτά θ” αγοράσεις την ευτυχία μου.Όσοι άντρες κι αν είναι στον κόσμο, ούτε και βασιλόπουλα, δε θα μ” αγαπήσει κανένας σαν τον Αντρέα· ούτε και γω!» και «Τι λες;» της αποκρίθηκε, ρίχνοντάς της μια σκληρή ματιά. «Εσύ έσφαλες· κι εγώ ν” αδικήσω τ” αδέρφια σου τ” άλλα; Δυο θεριά αξαίνουνε ολοένα κατόπι σου και τ” αρσενικό μένει στο δρόμο. Τι άλλο να κάμω για σας; Ό,τι μπορούσα δεν το “καμα; Δεν έχω άλλα!» «Έτσι είναι αδύνατο» είπε ο Αντρέας κι εδάκρυσε. Μα τότες η κυρά Επιστήμη εθύμωσε. Εσήκωσε ψηλά το χέρι της, και αχνή και με σπίθες στα μάτια του “πε: «Έτσι ήτανε από την αρχή του το σπίτι σου· έτσι! κι εχαλάστηκε καταπώς του “πρεπε».
Εκείνη την εποχή, οι γυναίκες επιθυμούσαν να γεννάνε αγόρια παρά κορίτσια, επειδή θεωρούσαν τα κορίτσια όχι μόνο οικονομικό βάρος αλλά και κοινωνικό. Τα αγόρια τα θεωρούσαν χρήσιμα για εργασίες και εξωτερικές δουλειές και δεν χρειαζόντουσαν οπωσδήποτε να αποκατασταθούν στο μέλλον. Στο λογοτεχνικό κείμενο «Ο Ζητιάνος», η πρωταγωνίστρια είχε την εμμονή να γεννήσει αγόρι και αυτό την παρότρυνε σε οδυνηρές συνέπειες «Ανάμεσα στο σπίτι, στη θέση που εκρεμόταν πριν η μαλάθα του ψωμιού, η Κρουστάλλω, του Μαγουλά η γυναίκα, εκρεμόταν άψυχη με το σχοινί στο λαιμό». Αυτό εντοπίζεται και μέσα από το κείμενο «Η Φόνισσα». Η Φραγκογιαννού πίστευε πως η θέση της γυναίκας ήταν υποβαθμισμένη και πως δεν άξιζε να γεννιούνται κορίτσια αλλά μόνο τα αγόρια, με αποτέλεσμα να δολοφονεί μικρά κοριτσάκια.«Και άλλοτε πάλιν την ήκουσαν να δογματίζη ότι ο άνθρωπος δεν συμφέρει να κάμνη πολλά κορίτσια, και ότι το καλύτερον είναι να μη πανδρεύεται κανείς. Η δε συνήθης ευχή της προς τα μικρά κοράσια ήτο «να μη σώσουν!… Να μην πάνε παραπάνω!» και«Η Φραγκογιαννού αναπολεί τις δυσκολίες που πέρασε για να μεγαλώσει τα παιδιά της και να προικίσει τις κόρες της και συλλογίζεται τα βάσανα που αντιμετωπίζουν όλοι οι φτωχοί γονείς που έχουν θυγατέρες.»
Το κοινό στοιχείο μεταξύ των γυναικών είναι πως έχουν όλες τουλάχιστον από ένα τέκνο. Η Φραγκογιαννού είχε τρεις κόρες και τέσσερις γιους «Από το γάμο της απόχτησε εφτά παιδιά, τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια», η γυναίκα του ληστή έναν γιό «απ” τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί». Επιπλέον, τόσο η Ρήνη «θα δουλέψω για με και για να κουναρήσω το παιδί που θα γεννηθεί»όσο και η Κρουστάλλω στον «Ζητιάνο» ήταν και έγκυες.
Παράλληλα, και στα δύο αυτά κείμενα γίνεται αναφορά για την εμπορία και χρήση βοτάνων. Στην παλιά εποχή, τα βότανα κατείχαν ξεχωριστή θέση στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, καθώς αποτελούσαν βασικό μέσο θεραπείας και φροντίδας της υγείας. Στο κείμενο η «Φόνισσα», η Φραγκογιαννού χάρη στα βότανα, έβγαζε χρήματα ως “ψευδογιάτρισσα» «Μ” αυτά και με τις οικονομίες της έχτισε ένα φτωχόσπιτο»(=Η Φραγκογιαννού ήταν υφάντρα, αλλά έκανε και τη μαμμή και την «ψευδογιάτρισσα» με βότανα που η ίδια μάζευε)». Επιπρόσθετα και στο κείμενο του «Ζητιάνου», αναφέρονται τα βότανα. Ο Καρκαβίτσας ασκεί έντονη κοινωνική κριτική, δείχνοντας πως η άγνοια και η έλλειψη παιδείας οδηγούν τους ανθρώπους στην υποταγή και την εκμετάλλευση όσο και στη φτώχεια και την εξαθλίωση του ανθρώπου. Έτσι, η γυναίκα στο κείμενο του «Ζητιάνου», εμπιστεύτηκε έναν άγνωστο για να καθορίσει το φύλο του παιδιού της, πράγμα που δεν είναι ρεαλιστικό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να λάβει τα βότανα σε υπερβολικές δόσεις βγάζοντας ακραία συμπτώματα και εν τέλει οδηγείται στην αυτοκτονία:«Ανάμεσα στο σπίτι, στη θέση που εκρεμόταν πριν η μαλάθα του ψωμιού, η Κρουστάλλω, του Μαγουλά η γυναίκα, εκρεμόταν άψυχη με το σχοινί στο λαιμό», «Βουή αόριστη έβγαινε περίγυρά της και ήθελε ν’ακούση. Αλλά μόνον ο βρόμος της φωτιάς αντηχούσεν έξω. Τα πόδια της μουδιασμένα την εγαργάλιζαν φριχτά. Αλλ’όταν εξυνόταν,τόσο το γαργάλισμα επροχωρούσε και σαν ηλεκτρικό ρευστό εκυρίευεν ολόκορμο το σώμα της. Ψείρες και ψύλλοι και κοριοί, κουνούπια μακρόμυτα και μυρμήγκια χιλιοπόδαρα έτρεχαν επάνω-κάτω στο δέρμα της με γοργάδα και πόθο της σάρκας ακράτητον, όπως στο ψοφήμι»,«Και τότε λυσσασμένη έχωνε τα κοφτερά νύχια μέσα στις σάρκες κι έσερνε λουρίδες το δέρμα της κι εκαταμάτωνε τα μέλη της μ’έκφραση πόνου και ηδονής μεγάλη στο πρόσωπο»,«Η Κρουστάλλω έγινε έξω φρενών. Μυτερά τριβέλια ετριβέλιζαν επίμονα τους λοβούς των αυτιών της και μέσα τ’ακουστικά τύμπανα. Η βουή, χιλιόφωνη και μυριόηχη, εκατρακυλούσεν από μακρινές αποστάσεις κι έσπαζε, ρεύμα μεστωμένο και πολυδύναμο, επάνω στις αισθήσεις της, συγκλονίζοντας τες σαν ελαφρά καλάμια ρέμμα ποταμιού», «Κρύος ίδρωτας εκαθόταν σαν μαργαριτάρι στο μέτωπό της. Τα δάχτυλα των χεριών της έτρεμαν και ανατινάζονταν σύγκορμα. Όταν τα είδε, ηθέλησε πεισματικά να τα καθυποτάξη ακίνητα. Τότε όμως οι τένοντες όλων των μυών άρχισαν ν’ανατινάζονται δυνατώτερα και το κεφάλι ν’αναπηδά πίσω, σαν από αόρατο και ανίκητο χαλινάρι». Στη σύγχρονη εποχή, σύμφωνα με την ιατρική επιστήμη, είναι γνωστό ότι το φύλο του παιδιού καθορίζεται από τον άντρα.
Στα παλαιότερα χρόνια η κοινωνία ήταν οργανωμένη με πατριαρχικά πρότυπα, όπου ο άνδρας και ιδιαίτερα ο πατέρας είχε τον απόλυτο έλεγχο της οικογένειας. Εκείνος έπαιρνε τις σημαντικές αποφάσεις, διαχειριζόταν την περιουσία και καθόριζε τη ζωή των μελών της οικογένειας. Η γυναίκα περιοριζόταν κυρίως στον ρόλο της συζύγου και της μητέρας, ασχολούμενη με το σπίτι και την ανατροφή των παιδιών, χωρίς ουσιαστική κοινωνική ή οικονομική ανεξαρτησία. Τα παιδιά όφειλαν υπακοή και σεβασμό στον πατέρα, ενώ οι κοινωνικοί κανόνες ήταν αυστηροί και βασίζονταν στην παράδοση και τη θρησκεία. Αυτό φαίνεται σε όλα τα κείμενα που αναφέρθηκαν, καθώς η παρουσία του πατέρα δεν είναι συχνή και όποτε υπάρχει γίνεται με αυστηρό ύφος: «Σκασμός!… είπε πάλιν ο Κωνσταντής, ο πατήρ του βρέφους, μέσα στον ύπνο του». Επίσης, η τιμή του αντρός ήταν ισχυρή και δεν θα έπρεπε να λάβει απάτη ή προδοσία από την σύζυγο του, διότι χάνει την αξία και τον σεβασμό του κοινωνικά: «Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!».
Αντιθέτως, στο κείμενο «Η Τιμή και το Χρήμα» ο πατέρας της Ρήνης φαίνεται στο τέλος αρκετά υποστηρικτικός και συμπονετικός προς την κόρη του: «Τέλος ο πατέρας της είπε, σφίγγοντάς την στην αγκαλιά του: «Σ” εδυστύχεψε!» και «Σ” εδυστύχεψε!» είπε πάλι πικρά ο πατέρας που τώρα ήταν ξενέρωτος».
Η φτώχεια στην παλιά εποχή ήταν ένα διαδεδομένο και σκληρό κοινωνικό φαινόμενο, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές. Οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν από τη γη και εξαρτιόνταν από τις καιρικές συνθήκες και τη σοδειά· μια κακή χρονιά μπορούσε να οδηγήσει ολόκληρες οικογένειες στην εξαθλίωση. Τα σπίτια ήταν φτωχικά, η τροφή λιγοστή και οι συνθήκες υγιεινής δύσκολες. Η έλλειψη ιατρικής φροντίδας, εκπαίδευσης και οικονομικών ευκαιριών έκανε τη ζωή ακόμη πιο δύσκολη. Πολλοί άνθρωποι αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν ή να ζητιανέψουν για να επιβιώσουν.
Η φτώχεια δεν ήταν μόνο οικονομική κατάσταση, αλλά και κοινωνικό πρόβλημα, καθώς συχνά οδηγούσε σε εκμετάλλευση, αδικία και κοινωνικές ανισότητες. Στο έργο «Ο Ζητιάνος»του Ανδρέα Καρκαβίτσα, η φτώχεια παρουσιάζεται ως βασικό χαρακτηριστικό της ζωής των κατοίκων του θεσσαλικού χωριού. Οι άνθρωποι ζουν με στερήσεις, εξαρτώνται από τη γη και τον μόχθο τους και δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και τις βασικές τους ανάγκες. Η οικονομική τους αδυναμία τούς κάνει ευάλωτους και εύπιστους, με αποτέλεσμα να πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από τον Τζιριτόκωστα. Ο Καρκαβίτσας δείχνει ότι η φτώχεια δεν είναι μόνο έλλειψη χρημάτων, αλλά και έλλειψη παιδείας και κριτικής σκέψης. Έτσι, η ανέχεια συνδέεται άμεσα με τη δεισιδαιμονία και την κοινωνική αδικία, αναδεικνύοντας τα σοβαρά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας της εποχής.
Στη «Φόνισσα»η φτώχεια παρουσιάζεται ως σκληρή κοινωνική πραγματικότητα που καθορίζει τη ζωή των ανθρώπων, ιδιαίτερα των γυναικών. Η Φραγκογιαννού μεγαλώνει και ζει μέσα σε ένα περιβάλλον ανέχειας, όπου η γέννηση ενός κοριτσιού θεωρείται οικονομικό βάρος για την οικογένεια. Η έλλειψη χρημάτων, οι κοινωνικές πιέσεις και η ανισότητα των φύλων την οδηγούν σε τραγικές πράξεις. Ο Παπαδιαμάντης δείχνει πως η φτώχεια δεν είναι μόνο υλική στέρηση, αλλά και κοινωνική αδικία που συνθλίβει τον άνθρωπο ψυχικά και ηθικά.
Στο έργο «Η Τιμή και το Χρήμα», η φτώχεια συνδέεται άμεσα με την κοινωνική εκμετάλλευση και τη δύναμη του χρήματος. Οι οικονομικές ανισότητες επηρεάζουν τις ανθρώπινες σχέσεις και καθορίζουν τις επιλογές των ηρώων. Το χρήμα παρουσιάζεται ως παράγοντας που διαφθείρει συνειδήσεις και οδηγεί σε συγκρούσεις. Ο Θεοτόκης αναδεικνύει πως η ανέχεια και η κοινωνική αδικία εγκλωβίζουν τον άνθρωπο σε έναν φαύλο κύκλο εξάρτησης και δυστυχίας.
Οι αντιλήψεις που είχε η Φραγκογιαννού για τα κορίτσια στη «Φόνισσα», η αδυναμία της γυναίκας του ληστή στο «Πίστομα» να προστατεύσει το παιδί της και η σφοδρή επιθυμία της Κρουστάλλως να γεννήσει οπωσδήποτε αγόρι στον «Ζητιάνο», οδήγησαν σε οδυνηρούς φόνους. Η Φραγκογιαννού διέπραττε με την θέληση της εγκλήματα σκοτώνοντας τα μικρά κοριτσάκια: «Με τις σκέψεις αυτές αρχίζει«να ψηλώνει ο νους της», να παραλογίζεται, και σε μια στιγμή, ενώ το νήπιο δίπλα της είχε αρχίσει πάλι να βήχει και να κλαίει, η Φραγκογιαννού το πνίγει»και «Και δράξασα με τας δύο χείρας τα δύο κοράσια, τα ώθησε με μεγάλην βίαν». Η Κρουστάλλω στο έργο «Ο Ζητιάνος» παρασύρεται από τον Τζιριτόκωστα. Εκείνος, με τα ψεύτικα λόγια και τις υποσχέσεις του, εκμεταλλεύεται την αφέλεια και την απειρία της. Η Κρουστάλλω εμπιστευόμενη τα λόγια του και επηρεασμένη από την πονηρία και τη χειριστικότητα του, οδηγείται στην αυτοκτονία αλλά και στον φόνο του αγέννητου παιδιού της. Παρόμοια και η γυναίκα του ληστή στο «Πίστομα» τοποθέτησε με τα ίδια της τα χέρια το ζωντανό παιδί της στον τάφο του χωρίς την θέληση της: «H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K” εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ” εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε. Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του: «Bάλ’το πίστομα μέσα»».
Συμπερασματικά, όπως διαφαίνεται μέσα από τη μελέτη τεσσάρων σπουδαίων ηθογραφικών κειμένων μεγάλων λογοτεχνών της γενιάς του ‘80, η θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής. Υποταγμένη σε μια πατριαρχικά δομημένη κοινωνία και περιορισμένη από τις οικονομικές και κοινωνικές συμβάσεις της εποχής της είχε αποδεχτεί τον περιθωριακό της ρόλο στο οικογενειακό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Ελάχιστες εξαιρέσεις επιβεβαίωναν τον κανόνα· εξαιρέσεις όμως που πυροδότησαν την αρχή του κινήματος της γυναικείας χειραφέτησης και της διεκδίκησης ίσων δικαιωμάτων με τον άντρα.
Γεωργία Μελετιάδου, Δέσποινα Θέμελη, Λαζαρίδου Βαλέρια, Κατερίνα Μουστάκα, Β’1
