Ρένη Πιττακή

 

Η Ρένη Πιττακή έχει συνδέσει την πορεία της ως ηθοποιού με εκείνη του Θεάτρου Τέχνης. Στη σχολή του πήρε τα πρώτα μαθήματα και στο υπόγειο του Ορφέα ερμήνευσε όλους τους ρόλους της. Παρέμεινε σε αυτό μετά τον θάνατο του Καρόλου Κουν ως σήμερα. Μία από τις ελάχιστες εξόδους της από αυτό συνέβη πριν από λίγο καιρό, όταν δέχθηκε την πρόταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού να ερμηνεύσει τη Γερτρούδη, τη μητέρα του Αμλετ, στην παράσταση που ετοιμάζει το Θέατρο Διπλούς Ερως

H Ράνια Οικονομίδου και η Ρένη Πιττακή «Αυτοπροσώπως» στον Νίκο Θρασυβούλου

Η Πιττακή μιλάει για την βιογραφία της

Γεννήθηκα στα Εξάρχεια, στο σπίτι της μητέρας μου. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός του Εθνικού Στρατού κι εγώ μεγάλωνα σε μια ανταρτοκρατούμενη γειτονιά τα χρόνια του Εμφυλίου. Παρ’ όλα αυτά, η γειτονιά στήριζε τη μάνα μου. Μετά, όταν τέλειωσε η ιστορία του Εμφυλίου κι επικράτησε η μία πλευρά, οι ρόλοι άλλαξαν και η μητέρα μου ήταν αυτή που βοηθούσε τους Αριστερούς. Ακόμα θυμάμαι τις κούτες με τα γάλατα και τα άλλα προϊόντα που μοίραζε. Θυμάμαι, επίσης, τους χωμάτινους δρόμους, το μπακάλικο του κυρ-Βαγγέλη με το μοναδικό τηλέφωνο στη γειτονιά, το πάρκο, το λόφο του Στρέφη, τις σφαίρες στους τοίχους των άλλων κατοικιών. Σήμερα, όλα αυτά είναι σοβατισμένα και δεν φαίνεται τίποτα.

Σχολεία άλλαξα πολλά: Αρσάκειο, Σέρρες, Κοζάνη, 36ο Αθήνας, Τρίκαλα, Λάρισα, Αρσάκειο. Μου άρεσε αυτή η μετακίνηση και η αλλαγή. Τα χιόνια στην Κοζάνη, τα πανηγύρια στον Όλυμπο, στο Βέρμιο, στα Καλά Νερά του Πηλίου. Ήταν ένας παράδεισος, βέβαια, μέσα και από την ασφάλεια του μπαμπά. Όταν άρχισαν τα πάρτι και τα φλερτ, ήμουν πάλι στο

Αρσάκειο. Πέρασα στη Φιλοσοφική γιατί κανείς δεν ήθελε να πάει το καμάρι του στο θέατρο. Σε λίγο καιρό, όμως, τα παράτησα. Υπήρξε η αντίδραση, αλλά πολύ σύντομα κάμφθηκε γιατί βρέθηκα σε πολύ μικρή ηλικία να έχω πρωταγωνιστικό ρόλο.

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ο τρόμος και η αθλιότητα του Γ΄ Ραϊχ, 1975. Πρόβα.

Θυμάμαι τις εξετάσεις που έδωσα στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Ήταν μετά τις διακοπές και ήμουν μαυρισμένη, φορούσα ένα πορτοκαλί φουστάνι και είχα βάλει κραγιόν. Έπεσαν όλες επάνω μου να μου βγάλουν το κραγιόν και μου έβαλαν χέρι για την εμφάνισή μου. Υπήρχε αυτός ο μύθος ότι σε κόβουν ανάλογα με την εμφάνισή σου. Είχα και το θράσος να πω ότι δεν είμαι καλά προετοιμασμένη γιατί έδινα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και ότι ήξερα μόνο τρία ποιήματα. Τελικά, πέρασα. Αν υπάρχει η βάση, τα καταφέρνεις παντού.

Μόλις τελείωσα τα γυρίσματα μιας ταινίας κι ετοιμάζομαι για το θεατρικό που βασίζεται στις επιστολές της Μαργαρίτας Λυμπεράκη με την κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου. Είχα γνωρίσει την Καραπάνου παλιότερα, αλλά η ιδέα για το θεατρικό μου ήρθε από το βιβλίο Μήπως της Φωτεινής Τσαλίκογλου, που έχει συγκεντρωμένες όλες τις επιστολές. Εκεί βλέπεις μια σχέση αγάπης και μίσους. Μπορεί να είναι ακραία, αλλά διακρίνουμε και πράγματα που συμβαίνουν στις κανονικές σχέσεις, ακόμα και αν δεν εκδηλώνονται. Υπήρχε μεγάλη φόρτιση ανάμεσα σε δύο καλλιτεχνικά πνεύματα. Απλώς, αυτήν τη φόρτιση, μετά από κάποια στιγμή και αφού έχουν περάσει κάποια χρόνια, μπορείς να τη διαχειριστείς. Η Καραπάνου έγραψε, όταν πέθανε μάνα της: «Μαμά πέθανες, τώρα θα ησυχάσω». Είναι αυτό που λένε το «ελευθέρωμα». Εγώ, ενώ με τη μητέρα μου είχα παρά πολύ καλή σχέση, με τον πατέρα μου είχα κάποιες εντάσεις. Μετά τον θάνατό του αισθάνθηκα μια μεγαλύτερη ελευθερία. Η σχέση μεταξύ παιδιών και γονιών είναι μια τραμπάλα. Κάθε φορά αλλάζει ποιος κατανοεί ποιον. Έρχεται η ώρα που το παιδί γίνεται γονιός. Είναι κάτι που δεν τελειώνει.

Τι απέγινε η «Μπέιμπι Τζέιν» με Ρένη Πιττακή και Ρούλα Πατεράκη

Συνέντευξη της Πιττακή

Κατά κανόνα έχετε ερμηνεύσει σκοτεινούς ρόλους για να κρατήσουμε αυτόν τον συμβατικό όρο. Γιατί;

 

«Τέτοιο ήταν το ρεπερτόριο του Θεάτρου Τέχνης. Ο Κουν ήταν «παιδί του φεγγαριού», όπως τον είχε πει η Κατσέλη».

 

Γιατί έδινε αυτούς τους ρόλους σε σας; Τι έβλεπε;

 

«Ενα σκοτεινό παρελθόν (γελάει τρανταχτά). Τώρα που με ρωτάτε, θυμάμαι την πρώτη φορά που ήρθε να με δει στη σχολή. Μου ζήτησε να διαβάσω κάτι από την «Αντιγόνη» του Ανούιγ. «Μπράβο, ήταν καλό» μου είπε και μετά έφυγε και δεν το ξαναπιάσαμε. Είπε στον Λαζάνη να μας δώσει κάτι από την «Αντιγόνη» ή την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή και αυτό ήταν ­ δεν τον ξαναείδα στη σχολή. Τώρα αναρωτιέμαι και εγώ γιατί μου έδωσε «Αντιγόνη»».

 

Γιατί;

 

«Νομίζω ότι έβλεπε στο πρόσωπο, στο βλέμμα μου αυτό που λέμε (κομπιάζει) παρελθόν. Ψάχνω να βρω τρόπο να το εκφράσω. Κάτι που δεν είχε σχέση με την τοτινή παρουσία μου και την ηλικία μου ­ τότε ήμουν μόλις 20 χρόνων. Κάτι στο βλέμμα μου ή στη διάθεσή μου που φαινόταν να κουβαλάει γνώση, μνήμη πραγμάτων, μοίρα; Δεν ξέρω, ψάχνω να βρω τι είναι αυτό».

 

Είχατε τεχνική ηθοποιίας για να κυριαρχήσετε στη σκοτεινιά εκείνων των προσώπων ώστε να μη σας συντρίψουν;

 

«Οχι. Οταν τελείωσα τη σχολή, δεν είχα τεχνική. Την ανέπτυξα σιγά σιγά μέσω των ρόλων που έπαιξα. Ορισμένες φορές βούλιαξαν κάποιοι ρόλοι ­ όπως η Φουθ στον «Γυρισμό» του Πίντερ ­ διότι δεν μπορούσα να ανταποκριθώ αλλά δεν τα παράτησα, τους αντιμετώπισα ως ευκαιρίες για μελέτη. Σκόπευα το καλύτερο βεβαίως αλλά, αν δεν τα κατάφερνα, δεν απογοητευόμουν· ένιωθα ότι κάνω ένα μικρό βήμα και κάποια ημέρα θα φθάσω κάπου. Σαν να συνέχιζα τα χρόνια της μαθητείας. Ενιωσα να ανθίζω για πρώτη φορά όταν έπαιξα την Τιτάνια· ένιωσα ότι ο ρόλος μου είχε προσωπικότητα. Παρ” όλο που ορισμένοι ρόλοι ήταν μακρινοί για μένα, ακόμη και ηλικιακά, και μερικές φορές δεν καταλάβαινα καθόλου τι γινόταν, ποτέ δεν ένιωσα να με συντρίβουν».

 

Δεν βαρεθήκατε να παίζετε ρόλους πια;

 

«Οχι (ξεκαρδισμένη). Οταν δεν έχω ενέργεια, δεν κάνω τίποτα. Κάθομαι, χαζεύω μήνες ολόκληρους. Επειδή ανήκω στο Θέατρο Τέχνης εδώ και δεκαετίες, νομίζει κανείς ότι δεν κάθομαι καθόλου. Δεν είναι έτσι. Εχω καθήσει για μεγάλα διαστήματα».

 

Μου κάνει εντύπωση που γελάτε τόσο συχνά και τρανταχτά κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας.

 

«Α, γελάω συχνά στη ζωή μου. Ξέρω όμως ότι οι άνθρωποι έχουν την εικόνα της σοβαρής, αυστηρής, απρόσιτης γυναίκας για μένα. Τη δέχομαι, αρκεί να μην περιορίζονται σε αυτήν».

 

Ισχύει για σας η διάκριση μεταξύ ζωής και τέχνης;

 

«Ναι, βεβαίως. Παρ” όλο που δούλεψα τόσα χρόνια στο Θέατρο Τέχνης και ο Κουν απαιτούσε από τους στενούς συνεργάτες του να μη διακρίνουν μεταξύ ζωής και τέχνης, όπως δεν διέκρινε και ο ίδιος, κατάφερα να πάρω τις αποστάσεις μου από αυτό από τότε που ήμουν μαθήτρια. Δεν μου άρεσε, δεν με γοήτευε το να συγχέει κανείς αυτά τα δύο πράγματα. Ηταν μία από τις δοκιμασίες που με κούρασαν, με δυσκόλεψαν, αλλά τα κατάφερα. Ηταν μια νίκη. Από τη μια μεριά έκανα αφοσιωμένη μόνο θέατρο και μόνο στο Τέχνης και από την άλλη αγωνίστηκα να διατηρήσω ένα χώρο ιδιωτικό, δικό μου».

 

Χρησιμοποιείτε κάποια τεχνική για να «μπείτε» και να «βγείτε» από τον ρόλο;

 

«Οχι, και μάλιστα πολλές φορές με έχει εκπλήξει και την ίδια αυτό. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέμαι, να είμαι έξω από τον ρόλο και με το σβήσιμο των φώτων να μπαίνω μονομιάς;».

 

Αντιμετωπίζετε καθόλου το ερώτημα αν το θέατρο γοητεύει και κατά πόσο τον σημερινό θεατή;

 

«Νομίζω ότι δεν τον γοητεύει πολύ. Τον ελκύουν περισσότερο η τηλεόραση και ο κινηματογράφος. Πιστεύω ότι το θέατρο απαιτεί προσπάθεια από τον θεατή, θέλει τη συμμετοχή του, τη διαθεσιμότητά του, το να είναι παρών».

 

Το να βλέπεις είναι δράση, δουλειά, απαιτεί ενέργεια, ε;

 

«Ακριβώς! Εγώ ως ηθοποιός θέλω από τον θεατή να έρχεται στο θέατρο με ενέργεια, έτοιμος, διαθέσιμος να την ανταλλάξει μαζί μου και όχι να κάθεται παθητικός στο κάθισμά του και να περιμένει να τον εντυπωσιάσω, να τον καταπλήξω. Θέλω να ξεκινάει και εκείνος προς συνάντησή μου. Και αυτό που θα συμβεί κατά τη διάρκεια της συνάντησής μας καθορίζει την ποιότητα της παράστασης. Το άλλο είναι «σταριλίκι». Υπάρχει κάτι που θα προσυπέγραφα και θα ήθελα να σας διαβάσω (σηκώνεται και παίρνει κάποιες σελίδες). Είναι λόγια του Χάινερ Μύλερ: «Το σημερινό θέατρο είναι παρηκμασμένο επειδή έχει χάσει την αίσθηση του σοβαρού από τη μια και την αίσθηση του γέλιου από την άλλη. Διότι έχει σπάσει κάθε δεσμό με τον κίνδυνο. Ακόμη, επειδή έχει χάσει την αίσθηση του αληθινού χιούμορ και έχει ξεκόψει από το πνεύμα της βαθιάς αναρχίας που αποτελεί βάση για κάθε ποίηση». Το διαπιστώνω αυτό και στα κείμενα και στις παραστάσεις. Δεν διακινδυνεύεται κάτι».

 

Παρ” όλα αυτά, μένετε δεκαετίες ολόκληρες στο Θέατρο Τέχνης.

 

«Ναι. Για μένα, που είμαι άτομο συνεσταλμένο και κλειστό, αποτελεί ρίσκο το να εμφανίζομαι μπροστά σε 15.000 θεατές μιας παράστασης στην Επίδαυρο. Χρειάζομαι την ασφάλεια του Θεάτρου Τέχνης για να ισορροπώ».

 

Μα η εποχή της ακμής του Θεάτρου Τέχνης έχει παρέλθει.

 

«Πράγματι αλλά… (παύση). Να, ρισκάρω τώρα παίζοντας τη Γερτρούδη στο Θέατρο Διπλούς Ερως».

 

Πείτε μου ένα περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων και σας έδωσε την ικανοποίηση δικαίωσης της τέχνης σας;

 

«Συνέβη κάτι εντυπωσιακό όταν παίζαμε τη «Γέρμα» του Λόρκα. Δέχθηκα ένα γράμμα από κάποια γυναίκα που μου έλεγε ότι ο άντρας της αρνιόταν επίμονα να ανταποκριθεί στον πόθο της να κάνουν ένα παιδί ώσπου είδε την παράσταση της «Γέρμα». Σας θυμίζω ότι το δράμα της Γέρμας είναι η στειρότητά της. Ο σύζυγος είδε μέσα από τη Γέρμα τον πόθο της δικής του γυναίκας για ένα παιδί και συγκλονίστηκε. Αργότερα πήρε την απόφαση και έτσι το ζευγάρι απέκτησε παιδί. Είναι υπέροχο, δεν είναι;».

Η Πιττακή στη  σειρά  «10″   από το έργο του  Καραγάτση

 

 

Μαθητές που συμμετείχαν:

Αργύρης Κιζιλτζάς

Κατσιπίδης  Κων/νος

Καραμανίδης  Αντώνης

Πηγές

www.lifo.gr

 http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=98318

Σχολιάστε

Top